Τετάρτη 13 Μαΐου 2009

Στην ανοιξιάτικη φωλιά.



Στην ανοιξιάτικη φωλιά.

Με αναμνήσεις φορτωμένο το δισάκι
είπα κι’ αυτό το καλοκαίρι να διαβώ
το ανοιξιάτικο το πέτρινο σοκάκι
σημάδια που μου άφηνε να βρω.

Στης μνήμης τα λιμάνια τριγυρίζω
το όνομα της ψιθυρίζω
ψάχνω στον έρημο γιαλό
τον έρωτα μου τον παλιό.

Δυσαρμονίας ονειρέματα
έργο ανάκουστο παραφροσύνη
μιας μάγισσας καταποντίσματα
εξόριστος σε μι’ απεραντοσύνη.

Φεγγάρι μου αυγουστιάτικο
σε όνειρα και μύθους που αρμενίζεις
για το χαμένο μου έρωτα
κι’ εσύ θαρρώ δακρύζεις.
Ψάξε τα χνάρια της φίλε παλιέ να βρεις
στα όνειρα της όπως τότε να βρεθείς
και να της πεις- μη τ’ αρνηθείς- για μένα
δεν τη ξεχνώ την αγαπώ
στάζει η καρδιά μου αίμα.


Δημοσιεύτηκε στο F. kithara.gr στις 7/9/2008

Σάββατο 9 Μαΐου 2009

Φωτογραφίες.



Φωτογραφίες.

Τη μνήμη την παλιά μου ξεφυλλίζω
στις γειτονιές της τριγυρίζω,
παλιές φωτογραφίες ξεχασμένες
με χρώμα της ζωής ζωγραφισμένες,
με της καρδιάς το αίμα πινελιές
παντού σημάδια χαρακιές.

Ένα χαρτί που δε μιλάει
ένα ποτάμι μεθυσμένο που κυλάει,
ξεθωριασμένα καλοκαίρια
μέσα στα δυο μου χέρια.

Και τώρα ξένος στη γωνιά
σ’ ένα χαρτί μιά μελανιά,
λες κι’ η ζωή ΄ταν διακοπές
λες και δεν ήταν ποτέ χτες.

Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

Τα χείλη της.


Τα χείλη της.

Τα όμορφα τα χείλη της
σ’ ένα χαρτί κοιτάζω,
ξεθωριασμένες πινελιές
στη μνήμη μου διαβάζω.

Φωτογραφία ασπρόμαυρη
λουλούδια μαραμένα,
στ’ αποκαΐδια όνειρα
τραγούδια ξεχασμένα.

Το σάπιο μήλο διάλεγαν
για μένα ήταν βαμμένα,
κι’ ήταν τα βράδια πειρασμός
ποτάμια μεθυσμένα.

Τώρα τα χρόνια πέρασαν
και χάθηκε το μήλο,
μα κι’ η μηλιά δε βγάζει ανθούς
ξεράθηκε το ξύλο.

Άγνωστα είναι απόμακρα
άχρωμα και ξένα,
και της ζωής μου ο έρωτας
φεγγάρια δακρυσμένα.

Τρίτη 5 Μαΐου 2009

Τι κρίμα.



Τι κρίμα

Σ’ ένα ματζόρε που δε φτάσαμε λυπάμαι
τι κρίμα τ’ όνειρο μας να χαθεί
από το χέρι το κρατούσαμε θυμάμαι
με τα μινόρε μιας αυγής για να ντυθεί.

Πως το μπορέσαμε και κάναμε ληστεία
σ’ ένα παιχνίδι που το παίζουν και παιδιά
τι κρίμα που χωρίσαμε γι’ αστεία
κι’ έγιναν κάκτοι της ελπίδας τα κλαδιά.

Σ’ ένα φινάλε που δε φτάσαμε λυπάμαι
τι κρίμα που δε νιώσαμε το πρώτο μας φιλί
ποιό λάθος κάναμε στο άγνωστο και πάμε
μια μέθοδο δε λύσαμε απλή.

Μια στάλα ήλιο ήπιαμε, από ποτήρι άδειο.
Κι’ αλλάξαμε κατεύθυνση και μάρκα στο τσιγάρο.

Δημοσιεύτηκε στο F. kithara.gr

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Μελαγχολώ.



Μελαγχολώ.

Μελαγχολώ – συμφύρω του μυαλού τη λογική
στ’ ανακατώματα να βρω ένα χάδι
κι’ από τα στέμφυλα μια στάλα από ρακή
να κλέψω της ζωής το άβγαλτο μαγνάδι.

Μελαγχολώ τ’ απόγεμα της Κυριακής
κι’ η έμπνευση το λύχνο μου ανάβει
μα ο χρόνος είναι χαμερπής
το λάδι που τ’ απόμεινε στάλα τη στάλα αδειάζει.

Μελαγχολώ και ορρωδώ να κοιμηθώ
ξέχασα ν’ αγαπάω
κι’ αν προσπαθώ σ’ ένα σταυρό να κρατηθώ
ξαστόχησαν οι ρίμες μου – πονάω.

Μελαγχολώ κι’ οδοιπορώ
σ’ εν’ άσωτο σιβυλλικό ταξίδι
προσηλυτίζομαι και προσχωρώ
στο ψεύτικο του κόσμου μου παιχνίδι.

Δημοσιεύτηκε στο F. kithara.gr

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

Το ρόδο μου.



Το ρόδο μου.

(Στη κόρη μου)


Τα ρόδα πάντα μ’ άρεσαν, να τα θωρώ ν’ ανθίζουν,
μπουμπούκια εκατόφυλλα, λες τη ψυχή μου αγγίζουν.

Γι’ αυτό μια μέρα φύτεψα, κλωνάρι μες στη γλάστρα,
για να ριζώσει να φανεί, ο ουρανός με τ’ άστρα.

Μες στου Γενάρη το χιονιά, άρχισε να προβάλει,
ένα μικρό τριαντάφυλλο, της άνοιξης γελάει.

Πολύ γλυκό μου όνειρο, αμάραντο λουλούδι,
του φεγγαριού πανσέληνος, των αστεριών τραγούδι.

Μια ηλιαχτίδα πρωινή, της άνοιξης μου χάδι,
χρυσή ελπίδα της ζωής, πολύχρωμο πετράδι.

Ήλιε μη βασιλέψεις σήμερα, μείνε για να γιορτάσεις,
το ρόδο που γεννήθηκε, μ’ αχτίνες να σκεπάσεις.

Μες στις πηγές της θάλασσας, στου αετού τα ύψη,
θα ψάξω να βρω θησαυρούς, τίποτα μη του λείψει.

Άστρα πέστε στα σύννεφα, στο ρόδο μου να τρέξουν,
να ρίξουν δάκρυα δροσιάς, τη ρίζα του να βρέξουν.

Οι μέλισσες του τραγουδούν και νέκταρ το ταΐζουν,
γύρω απ’ τα ροδοπέταλα, μ’ αγάπη τριγυρίζουν.

Τα χελιδόνια που πετούν, δροσοσταλιές του δίνουν,
κι’ από τα φτερουγίσματα, αύρα γλυκιά τ’ αφήνουν.

Χρυσές αχτίδες το πρωί, μ’ αρώματα το πλένουν
και τ’ άλλα τα τριαντάφυλλα, γλυκές ματιές του στέλνουν.

Σαν το χαϊδεύω απαλά, το χώμα να τ’ αλλάξω,
θαρρώ πως μου χαρίσανε, φτερά για να πετάξω.

Και κάθε μέρα που περνά, ομορφαίνει και αλλάζει,
το βλέπω στα ματάκια του, πόσο πολύ μου μοιάζει.

Μέρα τη μέρα γίνεται, όλο και πιο μεγάλο,
πιο όμορφο μου φαίνεται, πως δεν υπάρχει άλλο.

Μακριά του όταν βρίσκομαι, παρακαλώ τη φύση,
βροχή να ρίξει από ψηλά, τη γλάστρα να ποτίσει.

Και κάνω όνειρα πολλά, απ’ το πρωί ως το βράδυ,
να του χαρίσει ο θεός, της άνοιξης το χάδι.

Το ρόδο μου μεγάλωσε και γέμισε η γλάστρα
και τ’ άρωμα του σκόρπισε, στον ουρανό και τ’ άστρα.

Το ρόδο μου μεγάλωσε, φύλλα καινούργια βγήκαν
και όμορφα χαμόγελα, σιγά σιγά φανήκαν.

Το ρόδο μου μεγάλωσε και μέστωσαν τα κλώνια,
για να αντέξει το βοριά, που έρχεται με χιόνια.

Το ρόδο μου μεγάλωσε, μα εγώ δεν ησυχάζω,
μη του συμβεί κάποιο κακό, στο νου μου πάντα βάζω.

Μακριά του όταν βρίσκομαι, φοβάμαι μη φυσήξει,
να μη το πιάσει δυνατός, αέρας και το ρίξει.

Φοβάμαι μήπως ξεραθεί, φοβάμαι μη το χάσω,
μη το ξεράνει ο βοριάς, προτού το προφυλάξω.

Φοβάμαι μήπως του συμβεί, κακό και δεν προλάβω,
στον τρυφερό του τον βλαστό, στηρίγματα να βάλω.

Φοβάμαι τους περαστικούς, στη γλάστρα του μη ρίξουν,
φαρμάκι δηλητήριο, τη ρίζα να σαπίσουν.

Φοβάμαι μη το κλέψουνε, μια νύχτα από τη γλάστρα
και σβήσουν απ’ τον ουρανό, παντοτινά τα άστρα.

Όμως θαρρώ πως άλλαξε, δε δίνει σημασία,
στο χώμα που είναι ασκάλιστο, κι’ ας είναι ξηρασία.

Τις κούκλες του δεν παίζει πια, το παιχνιδάκι αλλάζει
κι’ όταν κοντά του βρίσκομαι, αυτό αλλού κοιτάζει.

Κι’ εγώ το βλέπω δεν μπορώ, πως να το πλησιάσω,
δε με αφήνει να χαρώ, ούτε να τ’ αγκαλιάσω.

Περνούν οι μέρες ο καιρός, μα εκείνο δεν αλλάζει
κι’ από τη γλάστρα χάθηκε, το σκέρτσο και το νάζι.

Περνούν οι μέρες ο καιρός και οι χαρές χαθήκαν,
ο ουρανός σκοτείνιασε και σύννεφα φανήκαν.

Όσο περνάει ο καιρός, η ρίζα κι’ αν μεστώνει,
άσκημα πάντα μου μιλά και μίσος φανερώνει.

Όσο περνάει ο καιρός, αντί να λογικεύει,
γίνεται δύστροπο πολύ και αφορμή γυρεύει.

Κουράστηκα πια συνεχώς, νερό να το ποτίζω
και δεν μπορώ να το χαρώ, στο σπίτι σαν γυρίζω.

Βαρέθηκα και δεν μπορώ, τη γλάστρα του να βλέπω,
το όμορφο το ρόδο μου, νομίζω πια δεν έχω.

Εγώ όμως τ’ αγαπώ πολύ, αίμα η καρδιά μου στάζει,
όταν το βλέπω ο δρόμος του, στο πουθενά δεν βγάζει.

Το βλέπω πως δεν νοιάζεται, ακόμα δεν κρυώνει,
όμως χειμώνας έρχεται, με κρύο και με χιόνι.

Νομίζει είναι εύκολο, και έχει την ελπίδα,
να προσπαθήσει μη βραχεί, μέσα στη καταιγίδα.

Πως να μπορέσω να του πω, πως έρχονται τα χιόνια
και πως περνάνε γρήγορα, οι μέρες και τα χρόνια.

Πως να μπορέσω να του πω, στη ζεστασιά να τρέξει,
ο τρυφερός του ο βλαστός, την παγωνιά ν’ αντέξει.

Φίλοι μου λένε θα το δεις, με τον καιρό θ’ αλλάξει,
καινούργια ροδοπέταλα, τ’ αγκάθια θα πετάξει.

Άλλοι μου λένε θα το δεις, με τον καιρό που μπαίνει,
από το δρόμο το στενό, σιγά σιγά θα βγαίνει.

Όλοι τα τριαντάφυλλα, μονάχα τα ποτίζουν
κι’ εκείνα δίνουν τη χαρά και άρωμα σκορπίζουν.

Μα στο δικό μου το μικρό, χρυσάφι έχω δώσει
κι’ αυτό αντί για ευχαριστώ, θέλει να με πληγώσει.

Κουράστηκα να τ’ αγαπώ, συχνά να το ποτίζω
και να του βάζω λίπασμα, νέκταρ να το ταΐζω.

Πολλές φορές το σκέφτομαι, μη το ξαναποτίσω,
να μη του ρίξω λίπασμα, ούτε να το σκαλίσω.

Μα μαραμένο σαν το δω, πάλι με μιας θα τρέξω,
να πάρω πάλι το νερό, τα άνθη του να βρέξω.

Ήθελα να το έβλεπα, ολόκληρο ανθισμένο,
μ’ άλλο μαζί τριαντάφυλλο, ζευγάρι αγαπημένο.

Ζηλεύω άλλους που έχουνε, ρόδα ανθισμένα,
τα χρόνια που κουράστηκαν, είναι πια ξεχασμένα.

Γιατί μεγάλωσαν πολύ, τα ρόδα τους τα άσπρα
και κορφοπούλια βγάλανε και γέμισε η γλάστρα.

Κάθομαι συλλογίζομαι, όταν θα χειμωνιάσει,
ποιος θα σκεφτεί το ρόδο μου, ποιος θα το προφυλάξει.

Να είχα θεέ μου δύναμη, τη νύχτα να φωτίσω,
δρόμο χωρίς κακοτοπιές, στο ρόδο μου ν’ αφήσω.

Να είχα θεέ μου δύναμη, πριν πέσει να προλάβω,
στον δρόμο τον ανώμαλο, στηρίγματα να βάλω.

Έτσι το θέλησε η ζωή, να βρίσκομαι μακριά του
και τρόπο δεν μπορώ να βρω, να γίνω η σκιά του.

Τώρα που είναι μακριά, στη σκέψη μου το φέρνω,
στα όνειρά μου του μιλώ, να είναι ευτυχισμένο.

Στα όνειρα μου του μιλώ, του λέω να προσέχει,
μέσα στα ροδοπέταλα, την Παναγιά να έχει.

Στα όνειρα μου του μιλώ, το δρόμο να κοιτάξει,
πριν τον περάσει μη τυχόν, σε πέτρα και σκοντάψει.

Θεέ μου παντοδύναμε, που όλο τον κόσμο βλέπεις
και το μικρό το ρόδο μου, ζητώ σου να προσέχεις.

Θεέ μου που είσαι εκεί ψηλά, το ρόδο μου να βλέπεις,
σε κάθε του κακοτοπιά, εσύ να το προσέχεις.

Να είναι ο δρόμος του άνοιξη, χωρίς βροχές και μπόρα,
να το φυλάς παντοτινά, κάθε λεπτό και ώρα.

Θεέ μου πόσο τ’ αγαπώ, εσύ μόνο το ξέρεις,
είναι για μένα η ζωή, κοντά μου να το φέρεις.

Ήθελα να’ ξερα πολύ, όταν τη γη θ’ αφήσω,
στα όνειρα του άραγε, μπορώ να του μιλήσω;

Στα όνειρά του ν’ άρχομαι, κουράγιο για να παίρνει
και στο χειμώνα της ζωής, απανεμιά να φέρνει.

Τώρα μονάχα εύχομαι, όταν θα έρθει η ώρα,
να γίνει ο δρόμος του άνοιξη, χωρίς βροχές και μπόρα.

Τότε ν’ αφήσει δίπλα του, τριαντάφυλλο άλλο να’ ρθει,
να γίνουν ταίρι αγαπητό απ’ της καρδιάς τα βάθη.

Να λαχταρά όσο ποτέ, την άνοιξη που μπαίνει,
να δει μέσα απ’ τη γλάστρα του, βλαστάρι ν’ ανεβαίνει.

Ήρθε ο χρόνος κι’ έφερε, ρόδο μες στη φωλιά του
και με το δώρο της ζωής, γέμισε’ η αγκαλιά του.

Τώρα πιστεύω φύγανε, τ’ αγκάθια τα μεγάλα
κι’ από τα ροδοπέταλα, στάζει μονάχα γάλα.

Η αγωνία κι’ ο καημός, σ’ εκείνο πήγαν τώρα,
μη κακοπέσει το μικρό, απ’ τη κακιά την ώρα.

Όλο με χάδια και φιλιά, το χώμα του αλλάζει
και με τα φύλλα της καρδιάς, το ρόδο του σκεπάζει.

Ακόμα και το αίμα του, αν χρειαστεί θα δώσει,
θα πολεμήσει με στρατό, το ρόδο του να σώσει.

Κι’ εγώ θα βλέπω από ψηλά, το ρόδο το γλυκό μου,
στ’ αστέρια και στον ουρανό, θα λέω είναι δικό μου.

Κι’ όσο θα μεγαλώνει αυτό κι’ η γλάστρα θα γεμίσει,
θα μαραθεί θα ξεραθεί, τη γη να του αφήσει.

Κι’ όταν θ’ ανέβει από τη γη, στου ουρανού τα ύψη,
που ίσως να’ ναι όμορφα, χωρίς πόνους και θλίψη.

Θα τ’ αγκαλιάσω να του πω, στη γη για κείνο ζούσα,
ακόμα κι’ απ’ τ’ αγκάθια του, τσιμπήματα ξεχνούσα.

Θα τ’ αγκαλιάσω να του πω, πως τ’ αγαπώ ακόμα
κι’ ας μου’ χε κάνει εκεί στη γη πολλές πληγές στο σώμα..


Δημοσιεύτηκε στο F. Kihara. gr

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

Όνειρο απατηλό.



Όνειρο απατηλό.

Μου έστειλες κι’ απόψε τα φιλιά σου
μα πως χαρά μου να στο πω
πως να βρεθώ στην αγκαλιά σου
που ξέχασα καρδιά μου ν’ αγαπώ.

Με κέρασες γλυκιά μου ένα τσιγάρο
μεσ’ απ’ τη καύτρα του να ζεσταθώ
στο δάκρυ του κορμιού σου να σερφάρω
στο μούχρωμα του φθινοπώρου να σταθώ.

Μου άναψες ψυχή μου ένα τσιγάρο
στα συννεφάκια που φυσάω να βρεθώ
το ψέμα της ζωής να κάψω να φουμάρω
αμαχητί να μη παραδοθώ.

Πως να χαϊδέψω ομορφιά μου τα μαλλιά σου
φθινόπωρο κι’ εγώ μελαγχολώ
όσο ζεστή κι’ αν είναι η αγκαλιά σου
στα όνειρα σου θα’ μαι, όνειρο απατηλό.

Δημοσιεύτηκε στο F. kithara.gr