Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

Αντιθέσεις.


Αντιθέσεις

Manor, εξαίσιο ξετέλεμα, κάποιου Baron (επαίτη) η εστία.
Άστρα φεγγάρια και ουράνιες αγγέλων παραστάσεις.
Διαμάντια, μάλαμα, καράτια μύρια, ναι τόση απληστία.
Πέπλα σμαραγδοκέντητα, σύννεφα άλικα της πλάσης.

Αναδυόμενο παραμυθένιο, αστρόφιαχτο πανόραμα,
αυλές της άρκτου και της πούλιας, φιδάτοι ποταμοί.
Καμβάς της τέχνης των χρωμάτων, ονειρόγραμμα,
ηδονικά γλυκοχαράματα, ουράνιο μάνα οι οβολοί.

Στο σταυροδρόμι όμως το μοιραίο της ζωής,
σε βάρκα του Αχέροντα κι’ εκείνος έχει μπαρκάρει,
στην ποθητή του άλλου κόσμου αθανασία της ψυχής,
δεν το μπορεί ένα ανθρώπινο ρετάλι να σαλπάρει.

Σπίτι μου, σπιτάκι μου…

Σπίτι μου λευκό, σπιτάκι μου και φτωχοκαλυβάκι μου,
από τις θάλασσες τις μπλάβες του Ελύτη φεγγοβόλο,
άσμα εωθινό γλυκαηδονιού, στις ακεφιές μου Βοτανάκι μου,
χιονάτα γιασεμιά, χαμόγελο μου αγαπημένο δροσοβόλο. 

Σπίτι μου λιτό, αγνό, βαλεριάνα της ψυχής που με προσέχεις,
τα συναισθήματα μου αγκαλιάζεις και μαζί τους ξενυχτάς,
δε σε αλλάζω με manor, είσαι ο δικός μου της αγάπης μπεζαχτάς.
Λιώνεις τον πάγο της καρδιάς με ξεκουράζεις και μ’ αντέχεις.

Εικόνα
Waddesdon Manor 1874

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

Βραδινή απογείωση...


Βραδινή απογείωση…

Σε ξαναβρίσκω στ’ αφροκύματα τα ήρεμα του τώρα,
του χθες λαχτάρα μου κι’ εξαίσια προσμονή,
ερωτευμένη όπως τότε με την άγρια την μπόρα,
αναδυόμενα στα μεσοπέλαγα παιχνίδια, ηδονή.

Στίγματα αμαρτωλά, τατού, του πόθου λαξεμένα,
σκηνίτες έρωτες κατατρεγμένων στεναγμών,
βαθύ, του παραλόγου βαρομετρικό, φωλιές στα ξένα,
μη και μας δούνε μάτια ξωτικών περαστικών.

Φουρτούνα στ’ αρχιπέλαγος του φθινοπώρου,
στα σκέρτσα των ανέμων παράνομη υποταγή,
λαθρεπιβάτες του παλιού και ξένου ιστιοφόρου,
γυμνό ολόγραμμα των …ήντα συνδιαλλαγή.

Λάθρα και πάλι στου Σεπτέμβρη τ’ ακρογιάλια,
μοιραία απογείωση κι’ ας είναι βραδινή, αμαρτωλή,
αναταράξεις, εξισώσεις, στης ψυχής τα καρναβάλια,
για το χαμόγελο της είχα αφήσει τάμα, προκαταβολή.

Κυριακή 22 Αυγούστου 2010

Ακόμα...



Ακόμα...

Και πάλι στης ζωής το ξεχασμένο ξενυχτάδικο,
εξοστρακίζω τις παλιές στημένες παραισθήσεις,
μπαρκάρω σ’ ένα όνειρο καινούργιο διαβατάρικο,
στις πλάνες διεισδύω των ματιών της, τις αισθήσεις.

Περιδιαβαίνω νιές, γειτονιές κοσμικές,
το καινούργιο παλτό μου προβάρω,
ανασκευάζω φθαρτές, παλιές πρακτικές,
τ’ αναδυόμενα μου τα θέλω, μοστράρω. 

Εξωτικό χαρμάνι ευφορίας ακραίων στιγμών,
στη πυρά μελαγχολίες κι’ αναίτιες θλίψεις,
στη γκιλοτίνα τα άπλερα πάθη γκρίζων καιρών,
στον καιάδα και οι αφορισμένες μου τύψεις.

Κλείνω ματιές, ερωτιάρικα άλικα χείλη φιλάω,
λες και ήταν χθες, με τα φτερά τα δικά μου πετάω.
Της Αθήνα τα βράδια, Παρθενώνες κι’ ατλάζια
και της ζωής σαν και πρώτα κουλαντρίζω τα νάζια.

Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

Αντίο σ' ένα καλοκαίρι.


Αντίο σ’ ένα καλοκαίρι.

Αποσταμένο από την κάψα ένα όνειρο φευγάτο,
μ’ ένα μισόγιομο φεγγάρι που τρεμόπαιζε να σβήσει,
απ’ τ’ αυγουστιάτικο το σώσμα λέει να μεθύσει,
με το απύθμενο ποτήρι της ζωής το κολονάτο. 

Του φθινοπώρου το χλωμό χαμόγελο του γνέφει,
απ’ την υπόγεια την παλιά ταβέρνα το θυμάται,
τα καλοκαίρια των φιλιών τα ερωτικά ανεστοράται,
Νεραιδοπαιχνιδίσματα σ’ αστερισμούς και νέφη. 

Στο χρόνο του τον ακυβέρνητο αποζητάει,
τις καταιγίδες της φωτιάς που’ χει αφήσει,
τα πελαγίσια σ’ αγαπώ που είχε ζωγραφίσει,
στων πεπρωμένων τα μελλούμενα αναριγάει. 

Μετράει στα κίτρινα τα φύλλα άγνωστους χρησμούς,
κι’ ίσως μαντέψει πως και άλλο καλοκαίρι θ’ ανατείλει,
να κρατηθεί απ’ του χειμώνα τη μανία πριν ξωκείλει,
της ειμαρμένης μήνυμα, γραφή ν’ αφήσει, ξορκισμούς.

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Να μη χαθείς!



Να μη χαθείς!

Μου είχες πει, το πολικό να είμαι τ' άστρο της ζωής σου
κι' αν χρειαστεί ηχοπαγίδα να γενώ της έκρηξής σου,
να είμαι ο ήλιος στου χειμώνα σου τα βράδια,
πυγολαμπίδα στης ψυχής σου τα σκοτάδια.

Να είσαι η έμπνευση, ο στίχος μου, οι ρίμες,
βαλεριάνα στους βοριάδες, στο λιοπύρι, στις ωδίνες.

Σου είχα πει, να μη χαθείς ποτέ απ' τη ζωή μου,
να διυλίζεις το νερό και το κρασί μου,
να συνταιριάζεις τ' ανεκλάλητα τα σκόρπια μου τα θέλω,
να μ' αγαπάς ακόμα κι' όταν το εγώ μου υποστέλω.

Να είσαι μάτια μου ανταύγεια, ηλιαχτίδα,
της προσευχής μου η εικόνα, η ελπίδα.

Όμως, τα μου' χες πει και σου' χα πει,
στου φλοίσβου το μουρμούρισμα γίνανε ζάλη,
στις συννεφιές μιας Κυριακής μια αστραπή,
θαμπή φιγούρα στου μυαλού την παραζάλη.

 Χαμόγελο μου, θα' σαι πάντα λαξεμένο στους νευρώνες.
Της προσευχής μου το ξωκλήσι, των ονείρων μου εικόνες. 

Σάββατο 10 Ιουλίου 2010

Μια αλήθεια που γερνά...



Μια αλήθεια που γερνά...

Πεθαίνουν τραγουδώντας τα πουλιά, έχουνε πει,
μ' αγκάθια που το στήθος τους πληγώνουνε μοιραία,
άρπες ουράνιες, ακόρντα αγγέλων, μια αναλαμπή,
ασμάτων άσμα το στερνό, λίγο πριν πέσει η αυλαία.

Τ' αηδόνια τραγουδάνε την αυγή ηδονικά,
μεθάνε με το νέκταρ της αιώνιας αγάπης, 
λίγο προτού χαθούνε απ' τη ζωή, έτσι απλά,
κι' εμείς φευγάτοι της δικής μας αυταπάτης.

Δεν έχει νόημα χαρά μου, μια αλήθεια που γερνά,
είναι ένα ρεύμα στην ελεύθερη μας πτώση,
σε σύμπαντα κενά, αλαργινά και ''ωσαννά''
βάτος φλεγόμενη, τ' αγκάθια της ζωής ν' αποψιλώσει.

Στης μοίρας τ' αναπόφευκτο ρεσάλτο αδιαφορώντας,
σε λαξεμένα απολιθώματα του προσεχώς,
μ' απόσταγμα ρακής και φάλτσα τραγουδώντας,
πεθαίνουν κελαηδώντας τα πουλιά η ''επωδός''.

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

Ένα χαμόγελο.


Ένα χαμόγελο.

Ένα χαμόγελο που το 'χα φυλαχτό,
στα βάθη της καρδιάς μου που 'χε μείνει,
στο στέλνω με το σύννεφο που ξέρεις το λευκό,
στις νύχτες σου ηλίανθους ν' αφήνει.

Φάρος να είναι για υφάλους ξερονήσια,
στη θάλασσα της σκέψης σου πρίμα πανιά,
εν' αγιοκέρι στης ψυχής σου τα ξωκλήσια,
μιας ηλιαχτίδας πινελιά.

Να το μπορούσα τη ζωή να ξελογιάσω,
στα ζάρια να την κλέψω μια φορά,
όσα μου ξέφυγαν χαμόγελα να πιάσω,
στα όνειρα σου να τα στείλω προσφορά.