Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Στην Άγνωστη.



Σου είχα πει, ένα χαμόγελο μου φτάνει,
στ’ ολόγραμμα του να τα πίνω να μεθώ,
να μου φωτίζει τις βραδιές στο πυροφάνι,
να ΄χω ένα λόγω να του λέω σ’ αγαπώ.

Στο γκρίζο απόβραδο ένα μελένιο βλέμμα,
στην αύρα της αλήθειας του ν’ αναριγώ,
από τις στάχτες μου να βρω καινούργιο θέμα,
μια λέξη που την έχασα, στον κόσμο μου να πω.

Μια λέξη μόνο, μονοσύλλαβη κι’ ευθεία,
λέξη κοινή μου λένε και μη δίνεις σημασία,
άλλοι γελούν γιατί τη βρίσκουνε αστεία,
είναι το μου, μα απ’ τα δικά μου λείπει τα αρχεία.

Στ’ αζήτητα που ψάχνω, ίσως κάποτε τη βρω,
τη μελωδία της την άγνωστη ν’ ακούσω,
για να μη λέω δεν πειράζει, έτσι έμαθα να ζω.
Να ΄χω ένα ..μου.. να το χτενίσω να το λούσω.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

Η μοναξιά μιας (Ελιάς)



Η μοναξιά μιας (Ελιάς.)

Το χθες ποιος να θυμάται τάχα και γιατί
πως μπόλιασες εσύ τα λιόκλαρά μου
να σκιάζουν οι βλαστοί μου ένα γιαπί
να ξαποστάσουν τα παντέρμα όνειρα μου.

Τον κίνδυνο κανάκεψα και ικέτεψα στοργή
στ’ ανεμοδέρματα τ’ ανάλγητα του χρόνου
μαρτύριο στ’ αχνόφεγγο η χαίνουσα πληγή
απ’ τ’ αγριόχορτα τα ύπουλα του φθόνου.

Τα μυστικά σου όμως τα φυλάω κλειδωμένα
στις ρίζες μου να λιώσει το λευκό χαρτί
θα σβήσουν όνειρα αγάπης χαραγμένα
και στον κορμό μου θ’ απομείνει ένα γιατί.

Περνάει ο χρόνος με ιαχές θριαμβικές
πατώντας τους καρπούς της άνοιξής μου
φθαρτές εικόνες μου παλιές παρθενικές
έφτασε η ώρα δια παντός της έξωσης μου.

Λες κι’ ήταν χθες κι’ όμως περάσανε αιώνες
στη σκιά του άναρχου παιχνίδια δάκρυ οιωνοί
με πόνεσαν με πλήξαν ανελέητα τυφώνες
της θύμησης του τώρα μιας σβηστήρας ηδονή.
 

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

Στις εκβολές του δειλινού.



Στις εκβολές του δειλινού.

Στό λιακωτό τ' ονειρκό φωλιάζει οιμωγή
τα μάτια ρύποι αιθάλης κατακλύζουν
μπουρίνι ξέσπασε στην άγονη γραμμή
της προσμονής τ’ αγριολούλουδα σαπίζουν.

Ένα σαπιόσκαρο με έρμα άδοτα φιλιά
μουτζουρωμένες κι’ οι παλιές φωτογραφίες
ηχοσκιές σ’ ένα ναυάγιο σφιχτ’ αγκαλιά
μνήμες απόκοσμες μουντές γελοιογραφίες.

Θολό απατηλό της νύχτας στείρο παραμύθι
στ’ αχνόφεγγο τ’ αποσπερίτη πίκρα, μοναξιά
μερεμετίσματα στης σιωπής τη λήθη
απ’ το κομμένο το τσιγάρο, λάθρα ρουφηξιά.

Στις εκβολές του δειλινού ο γδικιωμός
με βρύα τους αρμούς καλαφατίζω
νύχτα ανάστερη και που ανασασμός
με των ανέμων τα φιλιά αναρριπίζω.

Ερυθροπράσινη Αλκυόνη μου του χθες
σ’ ανάρια όνειρα δεν γράφονται τραγούδια
είναι ο νόμος της ζωής γι’ αυτό μην κλαις
ανθίζουν και στα χιόνια τα λουλούδια.

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009

Χρόνια πολλά.


Σε σας που μια στάση κάνετε εδώ στη γειτονιά μου,

εύχομαι,

Χρόνια πολλά, καλά Χριστούγεννα, καλή πρωτοχρονιά.


Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Δεν είσαι εγώ.



Μες στον καθρέφτη μου κι απόψε σε θωρώ,
πως εισ’ εγώ μη λες δεν το μπορώ,
δε σε γνωρίζω, δε σε ξέρω, δε θυμάμαι,
τώρα δεν είμαι φίλος σου λυπάμαι.

Κι’ αν όπως λες είσαι η αλήθεια
κι’ ότι δε ζεις στα παραμύθια,
τότε είμαι εγώ επαναστάτης
κι’ είσαι ένας άλλος αποστάτης.

Εισ’ ένα σώμα κάλπικο και ξένο
κι εγώ ψυχή που τη ζωή δεν τη χορταίνω,
εισ’ ένα όνειρο παλιό που έχω ξεχάσει
κι’ εγώ η καρδιά σου που δε λέει να γεράσει
εισ’ ένα ψέμα που οι χειμώνες του το δέρνουν
κι εγώ τα μάτια σου που ερωτευμένα παραμένουν.

Όμως δε θέλω στη θολούρα του καθρέφτη να σ’ αφήσω,
άσε το δάκρυ σου μ’ αγάπη να σκουπίσω,
είμαι εσύ, το χρόνο που ποθεί να σταματήσει,
ποιός δε λαχτάρισε δυό ζάλα πίσω να γυρίσει.

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Καρδιά μου.



Καρδιά μου.

Καρδιά μου άστατη και ψεύτρα
μου έλεγες πως ήσουν πέτρα
κουράστηκες όμως στ’ αλήθεια
απ’ της ζωής τα παραμύθια.

Ξέρω ποτέ πως δε θ’ αλλάξεις
θέλεις κα πάλι να πετάξεις
να παίξεις όπως τα παλιά
με τα παράνομα φιλιά.

Με τόσες όμως αρρυθμίες
πως θες να παίξεις μ’ αλχημείες
το σήμερα δεν είναι χθες
πως το μπορείς, ψέματα λες.

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009

Σε θυμάμαι.



Σε θυμάμαι.

Σ’ αντάμωσα σ’ εκείνο το παλιό το παραμύθι,
ασπρόμαυρη εικόνα των ονείρων μου θολή,
με είχε ανασύρει η ματιά σου από τη λήθη,
στο έλασσον μιας φόρμιγγας, σ’ αγάπησα πολύ.

Στα ταξιδέματα μου σ’ είχα ακραγγίξει,
σε άγουρες αλλοπαρμένες φάλτσες εποχές,
όμως σε έχανα το τρένο λίγο πριν σφυρίξει
κι’ έμενα πάντα με καινούργιες ενοχές.

Σ’ ένα άσπρο σύννεφο γεμάτο φαντασιές,
λιγνόκλαρος, κισσός σε αγαλιάζει,
γυρίζει ο χρόνος και σου αλλάζω φορεσιές,
με τη μορφή σου στο εκμαγείο να ταιριάζει.

Σταχτοσκαλίσματα παραίσθησης, αναλαμπές,
σκιές τα ίχνη σου τ’ αθώρητα, τα λάγνα,
μα δε ζητούσα ομορφιές, μόνο ένα μου, αειθαλές,
και το γοβάκι σου για τα δικά μου πλάνα.

Τελειώνει η άδεια και ο κισσός φυλλοβολεί,
με τη σκυτάλη σ’ άλλο όνειρο αφημένη,
για το χαμόγελο σου όμως κάποια ανατολή,
μέσα απ’ τις στάχτες μου θα βγω αγαπημένη.

Δημοσιεύτηκε στο F. kithara.gr