Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Το παιχνίδι.




Το παιχνίδι.


Στου ήλιου το χαμόγελο είχα θαρρέψει,
κι’ είχα μεθύσει απ’ τα φιλιά του την αυγή,
βιαζόμουν λέει το παιχνίδι ν’ αντρειέψει,
της ολοκλήρωσης να νιώσω την κραυγή. 

Βίρα τις άγκυρες, κόντρα στο άγριο κύμα,
πρόσω με τους τυφώνες, ολοταχώς,
κανακεμένα όνειρα, μα δίχως ρίμα,
αδιαφορώντας για το αύριο, το προσεχώς.

Το ρίσκο όμως, στην απειρία του χρόνου,
έφερε δρόλαπα άγριο και πλήρη υποταγή,
ελεύθερο πνεύμα μα στα δίχτυα του φθόνου,
αντικατοπτρισμός και η δροσάτη πηγή.

Κι’ ήρθε ο χειμώνας μ’ αλαλαγμούς,
την νίκη του λέει για να γιορτάσει,
ενοίκια να εισπράξει, λογαριασμούς,
απ’ τον χιονάνθρωπο που’ χε ξεχάσει.