Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Πατρίδα...



 Πατρίδα...

Με το ανέσπερο το φως της η Ελλάδα,
στου κόσμου τη θολούρα οδοιπορεί,
μέσα απ’ το ψέμα χωρίς φώτα με μια δάδα,
τις Θερμοπύλες, το εικοσιένα αναπολεί.

Για τα παιδιά της που θωρεί ν’ αργοπεθαίνουν,
στην αδικία πως μπορεί ν’ αντισταθεί,
θεριά το νάμα δίχως οίκτο που της κλέβουν,
πώς να’ ναι θεέ μου ψέματα κάνε να ονειρευτεί.

Προσκυνητάρια που τα σβήσαν οι χειμώνες,
που να’ ναι ο ίσκιος σου άναρχε ν’ αρθεί,
χαλάσματα βουβά κι’ οι Παρθενώνες,
κι’ ούτε ν’ απάγκιο απ’ το βοριά να κρατηθεί.

Αλλοιώσιμο απ’ τον πόνο το δάκρυ της κυλάει,
της ιστορίας φυλλορροούν αναμνήσεις παλιές,
το άδειο ποτήρι με πόνο στα χέρια της σπάει,
με αίμα το χώμα ποτίζει, με λίγες που μείναν σταλιές.

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

Τι κρίμα...



Τι κρίμα...

Σ’ ένα ματζόρε που δε φτάσαμε λυπάμαι,
τι κρίμα τ’ όνειρο μας να χαθεί,
από το χέρι το κρατούσαμε θυμάμαι,
με τα μινόρε μιας αυγής για να ντυθεί.

Πως το μπορέσαμε και κάναμε ληστεία,
σ’ ένα παιχνίδι που το παίζουν και παιδιά,
τι κρίμα που χωρίσαμε γι’ αστεία,
κι’ έγιναν κάκτοι της ελπίδας τα κλαδιά.

Σ’ ένα φινάλε που δε φτάσαμε λυπάμαι,
τι κρίμα που δε νιώσαμε το πρώτο μας φιλί,
ποιό λάθος κάναμε στο άγνωστο και πάμε,
μια μέθοδο αγάπη μου δε λύσαμε απλή. 

Πως το μπορέσαμε και σβήσαμε τον ήλιο,
στις ζωγραφιές μας μια μουτζούρα να φανεί,
όλους τους μήνες πως τους κάναμε Απρίλιο,
μι’ αγάπη μάτια μου για πάντα να χαθεί.

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Είναι μια φάρσα η ζωή...



Είναι μια φάρσα η ζωή…

Είναι μια φάρσα μάτια μου η ζωή,
ένας βοριάς μιας χίμαιρας το χάδι,
ένα ξενύχτι ένα άγουρο πρωί,
ένα απρόσμενο θλιμμένο βράδυ.

Γκρίζα τα σύννεφα κι’ απόψε ομορφιά μου,
έργο ασπρόμαυρο ανάκουστο θολό,
πλάκα μου κάνουν και τα άδεια όνειρα μου,
ξεστράτισαν οι ρίμες μου μελαγχολώ.

Ξάγρυπνες νύχτες συντροφιά με εφιάλτες,
με ερινύες αγκαλιά οδοιπορώ,
είδωλα σκοτεινά ματιές φευγάτες,
στο άγνωστο χαρά μου ορρωδώ.

Είναι μια φάρσα η ζωή ψυχή μου,
ένας χορός που λένε μπαλ μασκέ
και το λευκό το σύννεφο απ’ τη ζωή μου,
έμεινε όνειρο οξειδωμένο αντικέ. 

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Βιάσου...



Βιάσου…

Βιάσου οδοιπόρε της βροχής και των ανέμων,
η πλημμυρίδα σβήνει χνάρια και σημάδια,
για τη δική σου την Ιθάκη της φωτιάς και των πολέμων,
ρίξε τα κάστρα και στου τώρα τα σκοτάδια.

Ζάλα αλίμενα στου χρόνου το προσκυνητάρι,
αναπολήματα εξαίσια μιας κάποιας συνδιαλλαγής,
σε κέρναγε η ζωή με το παλιό το κατοστάρι,
στα μεσοπέλαγα των ηδονών μιας ροδαυγής. 

Τώρα στο λιόγερμα το άπλερο που σε σκεπάζει,
αποζητάς να συνταιριάσεις τα κομμάτια μιας ζωφόρου,
σ’ ένα φινάλε που με μένος και γινάτι ανταριάζει,
για τ’ ανεξήγητο ρυτίδωμα του χρόνου και του χώρου. 

Χαμένος στ’ άγνωστο περίσσιος συμφυρμός,
στη σκιά του άναρχου ποθείς να ξαποστάσεις,
ασύλληπτος της απεραντοσύνης λογισμός,
συμπαντικός αθέατος γκρεμός πώς να περάσεις.

Βιάσου οδοιπόρε έχει η μέρα αποκάμει,
τα δέντρα ορθόκορμα πεθαίνουν είχες πει,
σ’ ένα παρθένο όνειρο, στερνό σεργιάνι,
ένα σου δάκρυ πριν στο χώμα να χαθεί.

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Αν μ' αγαπούσε...



Αν μ’ αγαπούσε…

Και τι δε θα ’κανα,
το πεφταστέρι της αυγής αν μ’ αγαπούσε ,
με της ψυχής του το ρεφρέν αν με μεθούσε.
Να ’ταν η μούσα μου κι’ εγώ ο μελωδός του,
στις στροφές της ζωής η επωδός του.

Και τι δε θα ’δινα,
για μια γωνιά στη σκέψη του μυαλού του,
να μαγγανέψω να γευτώ,
την αύρα του κορμιού του.

Να ’ταν απτός αντικατοπτρισμός,
στην έρημο του νου μου,
να ’ταν εξάντας μπούσουλας,
το πολικό αστέρι τ’ ουρανού μου.

Να ήταν φάρος οδηγός,
και στα ορμίσματά μου,
άστραμμα στα σκοτάδια μου,
στα νεφελώματά μου.

Και τι δε θα ’δινα,
αδήριτος φρουρός της ύπαρξής του να ’μουν
οι οραματισμοί του σε μένα να ταιριάζουν,
τ’ απόκρυφα του αισθήματα ν’ αγρεύω,
στο μπρίο του να χάνομαι,
με των ματιών του το εξπρές να ταξιδεύω.

Και τι δε θα ’κανα,
μια νύχτα αν με ξυπνούσε
κι’ ήταν αλήθεια, ήταν γιορτή,
τ’ όνειρο με φιλούσε.