Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Χορεύεται;





Χορεύεται;

11, 50

«Χορός μεταμφιεσμένων κάτω απ’ το πολύχρωμο πέπλο
 της ζωής.
Μεθυσμένη ερωτική βραδιά, με το νέκταρ των θεών.
Οι στροφές στην πίστα των άστρων, με τη μουσική
Αρμονία των φεγγαριών, με συνεπαίρνει.
Η ειδυλλιακή ατμόσφαιρα, διεγείρει τις αισθήσεις μου.
Το χαμόγελο της, η αρχή ενός ονειρικού, φανταστικού
κόσμου.»

- Χορεύετε;
- Ευχαρίστως.

«Ανάλαφρες φιγούρες, σ’ έναν αιθέρα άγνωστων
αποχρώσεων.
Στα χέρια μου το απαύγασμα ενός συμπαντικού κόσμου, η
πνοή μιας θεϊκής ζωγραφιάς, το μάλαμα των ουράνιων τόξων.
Μελωδικά ακόρντα στην πλημμυρίδα του χρόνου, ερωτοτροπούν
με τις ρίμες της εσπερίδας μου.»

11, 55

«Το πεντάγραμμο περιμένει την πένα της σκέψης μου.
Όμως τα φθογγόσημα χάνονται, η απουσία της, παρασύρει και
το μελάνι.
Το ίδιο άπαιχτο έργο, δίχως να κρύψω το χρώμα των ματιών της,
χωρίς να κρατήσω μια σταλιά από την αύρα των χειλιών της.»

«Και τώρα; Η εικόνα της από τους ορίζοντες της σκέψης μου,
επιστρέφει στη φυλακή της αλήθειας. Κρίμα.
Ίσως σε κάποιον άλλον χορό (μπαλ μασκέ)… Αν υπάρξει
ποτέ άλλος…
Γιατί ποιος ξέρει, οι μάσκες δεν αγοράζονται, υπάρχουν παντού.
Και στο έρωτα.»

12, 00.

«Τα γυάλινα γοβάκια, φυλλορροούν στην άμπωτη του παραμυθιού.
Στο ρολόι των πεπρωμένων.
Δύσκολο να μετρήσεις τ’ άστρα, χάνεσαι στις εξισώσεις μιας
πραγματικότητας. 
Φινάλε στα δαιδαλώδη τούνελ των μοιραίων στιγμών, στο
 λυχνόφεγγο της ζωής.»

Yiannis H.               

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Λίγο φως...





Λίγο φως…

Ακριβοθώρητη εικόνα, απόκοσμη, θολή,
στου στεναγμού μου το αχνόφεγγο κυλάει,
μορφή απόκοσμη, παραίσθηση απατηλή,
διάφανη ζωγραφιά, που δε μιλάει.

Απ’ την κουρτίνα τη σκισμένη λίγο φως,
σ’ ένα χαμόγελο να φέξει να γυρίσει,
της μοναξιάς είναι ο πόνος δυνατός
και είναι νύχτα που δε λέει να φωτίσει.

Μερεμετίζω της καρδιάς τα τρεχαντήρια,
να ταξιδέψουν στη βαθειά της σιωπή,
έρμα στ’ αμπάρια, πικραμένα δάκρυα μύρια,
στην πλώρη ακρόπρωρο, με λόγια να της πει.

Απ’ το σπασμένο παραθύρι λίγο φως,
ένα χαμόγελο χαμένο να γυρίσει,
είναι ο καημός περίσσιος, δυνατός
κι’ είναι σκοτάδι που δε λέει να φωτίσει.

Yiannis H.

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Αποσπερίτης...






Αποσπερίτης…   

Ο νυχτερινός ουρανός μου χαμογέλασε πάλι, το ίδιο χαμόγελο,
το αθώο, έτσι τουλάχιστον το θωρώ ταξιδεύοντας.

Ήταν άνοιξη, οι ανθισμένες κερασιές, γοητευμένες κι’ εκείνες
από τα μεταξένια φιλιά, ψιθύριζαν λόγια αγάπης, λόγια απ’ τη
δική τους φόρμιγγα, το θρόισμα των φύλλων τους.
           
Χαράματα. Ο διάφανος μπούσουλας, ακούραστος, κατευθύνει
τη σκέψη μου στον αυγερινό.
Κι’ άλλες φορές, κοντά στα ξημερώματα τον πλησίασα και τα
λέγαμε, μέχρι που το σκοτάδι να χάσει τη μαυρίλα του, τη ζωή κουτσομπολεύαμε δηλαδή.
Καλά, ήταν και πολύ τζαναμπέτης, κρυφοκοίταζε πάντα,
ήξερε ακόμα και τα ερωτικά μου ψιθυρίσματα.
Μια αχώριστη παρέα. Με τα καλαμπούρια μας, τις τσικουδιές
μας, τα κυνήγια μας ανάμεσα απ’ τ’ άστρα. Όμορφα χρόνια.

Θυμάμαι τις φωνές του για την απαράδεχτη, ενέργεια μου,
το μεγάλο μου λάθος, το μη αναστρέψιμο.
Τους πόνεσα τους κέρασα τον μέλανα ζωμό και είχε να το λέει.
Γιατί;

Κι’ απόψε ύστερα από καιρό, ανάμεσα από τ’ άστρα την
λαμπεράδα του αναζητώ. Ξεχαστήκαμε, οι καταιγίδες του
χρόνου δεν έχουν τελειωμό.
Δε με ξέρεις;
Έχεις δίκιο, ο αποσπερίτης είσαι.
Ο αυγερινός ήταν μια φορά κι’ έναν καιρό.
Τώρα;

Τώρα που έμαθα να αγαπώ
και στης ζωής το όνειρο ισορροπώ,
τώρα που ξέρω τ’ άστρα να διαβάζω,
τον έρωτα μπορώ να μεταφράζω,
τώρα που έχω το χρυσό κλειδί,
που το ποθούσα από παιδί.

Τώρα μου λένε άλλαξε ο καιρός
κι’ είναι για μένα βροχερός.
Είσαι μου λένε παρελθόν,
δεν έχεις λόγω στο παρόν,
δεν έχεις γνώμη μη μιλάς,
είσαι στα πόδια μας μπελάς.

Σου φτάνουν λένε οι αναμνήσεις,
στα όνειρα σου να μετρήσεις.
Και το παράπονο με παίρνει,
φυσάει αέρας κι’ η ζωή,
φυλλορροεί και γέρνει.

Yiannis H.