Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Της λασποβροχής μουρμουρίσματα…





Της λασποβροχής μουρμουρίσματα…

Απ’ την «καλντέρα» την απύθμενη της ψυχής, οι αναμνήσεις
αναντρανίζουν τις θολές σταλιές της αποψινής λασποβροχής.    
Με επιδεξιότητα  θαυμαστή, διεισδύουν στην αντάρα
της αμμοκαταιγίδας.
Ταξίδι στους ορίζοντες του χρόνου.
Να τις κλουθώ πρέπει, φοβάμαι τα γλιστερά σοκάκια,
τις δόλιες παγίδες στα σταυροδρόμια του χθες.

Στριφωμένες θύμισες, απ’ τα φυλλοκάρδια,
νυσταγμένες ξεπροβάλουν.  
Καιρό που βρήκαν, στη θαμπάδα του καιρού
βόλτα γίνεται;
Ευχές, φιλιά και χάδια, νάζια και καπρίτσια, γινάτια
και ζήλειες, πόνος και χαρά, παραξενιές και σοβαρότητα,
λίγο απ’ όλα δηλαδή.
Ξετελέματα στα πεζούλια της λασποβροχής,
αγνώριστες οι πλουμισμένες αγκαλιές, με τις
νερομπογιές απ’ τον ξέσκεπο αραμπά του χρόνου.

Αφηρημένες στάσεις, ζωγραφισμένες στους κορμούς
των αιωνόβιων δέντρων, διαδέχονται
η μιά την άλλη, έτσι που να φανούν πελεκημένα,
άσοφα απομεινάρια, μα κι’ ερωτευμένα σμιλεύματα
μιας εποχής.

Αναμνήσεις…
άντε τώρα να τις μαζέψεις πάλι.
Κι’ ο καιρός δε λέει να καλμάρει, τα μάτια σίγουρα
θα τσούξουν, απ’ το ανακάτεμα των οξειδωμένων μαργαριταριών
τους, με την ιπτάμενη κόκκινη άμμο της ερήμου.
Φαινόμενο συνηθισμένο η λασποβροχή; Ίσως…
Μα μέσα από τη βαθειά νάρκη του χειμώνα στη λασπουριά
του Ιούνη, στέκει; Δε στέκει… Κι’ όμως…

Τη «βρίσκουν» στις καφέ, τις σταλιές του ωκεανού τους,
πλατσουρίζουν στις μαβί τις μελένιες φωλιές,
 ξαναγράφουν ρεφρέν στα φιλιά τ’ ουρανού τους
πρίμα βίστα σ’ εκείνες τις καυτές αγκαλιές.

Yiannis H.