Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Της καρδιάς τα σήμαντρα, του χθες, του τώρα!





Της καρδιάς τα σήμαντρα, του χθες, του τώρα!
                            (Στον άγιο Νεκτάριο)

Στη σκέψη μου, την άγια εικόνα σου σμιλεύω,
κι’ εκείνη απλώνεται συμπαντικός κισσός,
τις ρίμες μου να χτίσω στη σκιά σου το παλεύω,
και είναι χάρμα η πανσέληνος κι’ ο Ιλισσός.

Σ’ έβλεπα χθες από αποστάσεις αστρικές,
βυθίζονταν η αύρα σου στα όνειρα μου,
λάμψεις θεόσταλτες, από εικόνες μαγικές,
τώρα σου δίνω της ψυχής, τα φωτοαντίγραφα μου.

Με ρεύματα, με στέλνεις σ’ εποχές αλλοτινές,
στις γειτονιές τους, πλάγιο ήχο να συνθέσω,
παίρνω απ’ το βλέμμα σου ιδέες φωτεινές,
στα στίγματα της θάλασσας σου, να χωρέσω.

Έλξη συνειρμική απ’ το περίγραμμα της σκέψης,
κ’ ένας λευκός ναός, μ’ ακόρντα της καρδιάς εωθινά,
χαμόγελα μ’ αγιόκλημα ονείρου να γιατρέψεις, 
μείζων ορίζοντες, τα άγια λείψανά σου, ωσσανά. 

Ψαρεύω ίχνη απ’ τις δικές σου περασιές,
με δόλωμα μετάνοιας άγλυκο, που ίσως δε μ’ αξίζει,
ζητιάνος στις σεπτές, δικές σου φυλλωσιές,
για μια ελπίδα, που το γκρίζο του χειμώνα, να φωτίζει.


Yiannis H.   9/11/2014

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Χωρίς εσένα...





Χωρίς εσένα…

Μιά σου εικόνα, μιά παραίσθηση απατηλή,
στου στεναγμού μου έγειρε την κοίτη,
μορφή εξαίσια μ’ απόκοσμη, θολή,
χάνεται στ’ αμυδρό, το φως τ’ αποσπερίτη.

Χωρίς το γέλιο σου θλιμμένες Κυριακές,
τους στίχους μου να σου διαβάσω δε θ’ ακούσης,
δίχως το χάδι της ματιάς σου ακεφιές,
βράδια ανέραστα, της Μπελ Επόκ απούσης.

Ρωγμές στα όνειρα που σμίλεψα για σένα,
λαχτάρα εξαίσια και διάφανη ηδονή,
χνάρια στο χρόνο σκόρπια, αφημένα,
για το χαμόγελο μιας μέρας, προσμονή.

Ν’  αφουγκραστώ, να το μπορούσα την πνοή σου,
να πιώ ανταύγειες της μορφής σου πριν χαθώ,
αμπαρωμένα τα περάσματα του παραδείσου,
όνειρο διαβατάρικο, άσε στη θύμηση σου ν’ αφεθώ.

Μερεμετίζω λόγια να σου στείλω πικραμένα,
λόγια που θα’ θελε η καρδιά μου να σου πει,
απ’ της ζωής τον άγριο δρόλαπα κρυμμένα,
να ταξιδέψουν στη βαθιά σου σιωπή.

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Αιθρία στην αιθαλομίχλη…





Αιθρία στην αιθαλομίχλη…

Οι πρώτες ρόδινες πινελιές,  στα σταφύλια τα λιάτικα.
Τελευταίες ανάσες του Ιούλη και οι ξινόγλυκες ρόγες,
άθυρμα στα χείλη.
Να ήταν λέει, λίγο πιο ψιλά τα κλήματα, έτσι που να 
μπορώ να φιλήσω το χαμόγελο της πούλιας, της 
Αφροδίτης την ανάσα να κρύψω.

Στο χάδι της ευχής, μεγάλωσε το κλήμα κι’ ο έρωτας 
σμίλεψε το πρώτο πλατύσκαλο, τα χρυσοκίτρινα
φύλλα σκιάσανε της ματιάς το νάζι, κανάκεψαν και
της «Εύας τις γραφές»…

Αύγουστος, μέλωσαν τα λιάτικα σταφύλια, το ρόδινο 
χρώμα άφησε το μαύρο με τις κόκκινες ανταύγειες,
ν’ ανεβάσει βαθμούς, στου πεντοζάλη τις στροφές.
Ανάλαφρα του χρόνου τα φτερά, πρίμο σεκόντο σε 
μελαχρινή απόχρωση.

Στα σαλόνια των αναμνήσεων, το αμπέλι με τα
λιάτικα σταφύλια, είναι εκεί, μα αλλιώτικο, το
τριγωνικό σχήμα, ακανόνιστη φιγούρα στην αντηλιά
των οριζόντων του χρόνου.
Οι ανταύγειες οι ανατρεπτικές, στα πλάτη και στα
μάκρη της ζωής, μουτζουρωμένες ζωγραφιές απ’ το
φορτίο του καιρού.

Το «ντελικάτο» κλήμα, με την ώχρινη σταφίδα του, 
ξεπροβάλει μέσα απ’ τα μεστά λιάτικα, νιόφερτο μα
με περίσσιο σεξαπίλ, των καιρών ξετελέματα…
Από του χρόνου τα φτερά να ξεπεζέψω, σκέφτηκα,
μια κέρινη ρόγα να δοκιμάσω…

Άλλη γεύση το «γιοματάρι» απ’ το ξανθό «μοσχάτο».
Η «γλυκόλαλη χαβάγια» συντροφιά, σε μια υπέροχη 
μουσική αρμονία…
Αιθρία στην αιθαλομίχλη των …ήντα…

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Νύχτες του χθες…






Νύχτες του χθες…

«Παρελαύνω» τα μεσονύχτια στους δρόμους,
στην αυλή σου ν’ ανάψω ανέσπερο φως,
«ηθικούς» παρακάμπτοντας νόμους,
είσαι άτρωτος πόθος, χαρά μου κρυφός.

Ανιχνεύω «διόδους» της γειτονιάς σου παλιές,
στις γραφές σου να σβήσω τα όχι τα μη σου,
μια βραδιά «ν’ αριβάρω» στις μεθυσμένες φωλιές,
σημάδια ν’ αφήσω στο λευκό το κορμί σου.

Απ’ τα νοσταλγικά της Αθήνας τα βράδια,
στ’ αναστενάρια της ψυχής στον καφενέ,
ματιές πικάντικες, ναζιάρικα τα χάδια,
ερωτικά παιχνίδια, με ζάρια ρεφενέ.

Στις γλιστερές αναμνήσεις, «πλατσουρίζω» τις νύχτες,
τα καλά τους φορούν τα μαβί δειλινά,
τις «ζαριές» σου και τώρα φωνάζοντας «ρίχτες»
με των φιλιών μας την «κάφτρα» να καούμε ξανά.

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Της λασποβροχής μουρμουρίσματα…





Της λασποβροχής μουρμουρίσματα…

Απ’ την «καλντέρα» την απύθμενη της ψυχής, οι αναμνήσεις
αναντρανίζουν τις θολές σταλιές της αποψινής λασποβροχής.    
Με επιδεξιότητα  θαυμαστή, διεισδύουν στην αντάρα
της αμμοκαταιγίδας.
Ταξίδι στους ορίζοντες του χρόνου.
Να τις κλουθώ πρέπει, φοβάμαι τα γλιστερά σοκάκια,
τις δόλιες παγίδες στα σταυροδρόμια του χθες.

Στριφωμένες θύμισες, απ’ τα φυλλοκάρδια,
νυσταγμένες ξεπροβάλουν.  
Καιρό που βρήκαν, στη θαμπάδα του καιρού
βόλτα γίνεται;
Ευχές, φιλιά και χάδια, νάζια και καπρίτσια, γινάτια
και ζήλειες, πόνος και χαρά, παραξενιές και σοβαρότητα,
λίγο απ’ όλα δηλαδή.
Ξετελέματα στα πεζούλια της λασποβροχής,
αγνώριστες οι πλουμισμένες αγκαλιές, με τις
νερομπογιές απ’ τον ξέσκεπο αραμπά του χρόνου.

Αφηρημένες στάσεις, ζωγραφισμένες στους κορμούς
των αιωνόβιων δέντρων, διαδέχονται
η μιά την άλλη, έτσι που να φανούν πελεκημένα,
άσοφα απομεινάρια, μα κι’ ερωτευμένα σμιλεύματα
μιας εποχής.

Αναμνήσεις…
άντε τώρα να τις μαζέψεις πάλι.
Κι’ ο καιρός δε λέει να καλμάρει, τα μάτια σίγουρα
θα τσούξουν, απ’ το ανακάτεμα των οξειδωμένων μαργαριταριών
τους, με την ιπτάμενη κόκκινη άμμο της ερήμου.
Φαινόμενο συνηθισμένο η λασποβροχή; Ίσως…
Μα μέσα από τη βαθειά νάρκη του χειμώνα στη λασπουριά
του Ιούνη, στέκει; Δε στέκει… Κι’ όμως…

Τη «βρίσκουν» στις καφέ, τις σταλιές του ωκεανού τους,
πλατσουρίζουν στις μαβί τις μελένιες φωλιές,
 ξαναγράφουν ρεφρέν στα φιλιά τ’ ουρανού τους
πρίμα βίστα σ’ εκείνες τις καυτές αγκαλιές.

Yiannis H.