Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010

Συμπαντική δροσοπηγή.



 Συμπαντική δροσοπηγή.

Τη σκέψη μου απλώνω οργιές μακριά,
στην άσπρη συννεφιά να ακουμπήσει,
σταλιές πηγαίες ν’ απαλύνουν τη θωριά,
τ’ αθέατα μου όνειρα να απαντήσει.

Διαμαντοφόρετος, ουράνιος ποταμός,
σκαρί στα κύματα του με μεράκι λαξεμένο,
ταξίδι άχρονο, δίχως σημάδια, μισεμός,
μ’ αλήθειες και αγάπες μπολιασμένο.

Ζώπυρο ίχνος, σκέψη, στοχασμός,
του χρόνου περασμένα πεπραγμένα,
πλατύσκαλο των αναμνήσεων σταθμός,
τραγούδια εφηβικά, απέριττα, κανακεμένα.

Πηγή ύδατος ζώντος της ψυχής αναπαμός,
απ’ τα ταξίδια στις ερήμους των τυφώνων,
γαλήνιος του φθινοπώρου ο λογισμός,
στην απεραντοσύνη του κενού και των αιώνων.

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Εφηβική εικόνα.




Εικόνα εφηβική.

Σε μια αμμουδιά της σκέψης μου ερημική,
βρίσκω και πάλι τη ματιά σου τη θλιμμένη,
μια εικόνα σου ασπρόμαυρη εφηβική,
το βαθυκόκκινο θωρούσες μαγεμένη.

Γητειά τα χείλη σου το βλέμμα σου ηδονή,
για μια καινούργια μου μιλούσες πειρατεία,
του νου μου εξαίσια λαχτάρα προσμονή,
βιάσου μου έλεγες, τελειώνει η επαιτεία.

Έπαιζε η σάρκα σου στου ανέμου τα φιλιά,
στα μεσοπέλαγα των ηδονών τρικυμισμένη,
θαλασσινά, γοργόφτερα αρπίζανε πουλιά,
στον έναστρο, τον μπλάβο θόλο μεθυσμένη.

Όμως απόκαμα ομορφιά μου, καιρός να ονειρευτώ,
όσα μου έδωσες απλόχερα κι’ απόψε να γευτώ.
Χαράζει η μέρα κι’ έγειρες γλυκά αποκοιμάσαι,
μάτια μου γλυκά, να μη χαθείς, να με θυμάσαι.

Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010

Αντιθέσεις.


Αντιθέσεις

Manor, εξαίσιο ξετέλεμα, κάποιου Baron (επαίτη) η εστία.
Άστρα φεγγάρια και ουράνιες αγγέλων παραστάσεις.
Διαμάντια, μάλαμα, καράτια μύρια, ναι τόση απληστία.
Πέπλα σμαραγδοκέντητα, σύννεφα άλικα της πλάσης.

Αναδυόμενο παραμυθένιο, αστρόφιαχτο πανόραμα,
αυλές της άρκτου και της πούλιας, φιδάτοι ποταμοί.
Καμβάς της τέχνης των χρωμάτων, ονειρόγραμμα,
ηδονικά γλυκοχαράματα, ουράνιο μάνα οι οβολοί.

Στο σταυροδρόμι όμως το μοιραίο της ζωής,
σε βάρκα του Αχέροντα κι’ εκείνος έχει μπαρκάρει,
στην ποθητή του άλλου κόσμου αθανασία της ψυχής,
δεν το μπορεί ένα ανθρώπινο ρετάλι να σαλπάρει.

Σπίτι μου, σπιτάκι μου…

Σπίτι μου λευκό, σπιτάκι μου και φτωχοκαλυβάκι μου,
από τις θάλασσες τις μπλάβες του Ελύτη φεγγοβόλο,
άσμα εωθινό γλυκαηδονιού, στις ακεφιές μου Βοτανάκι μου,
χιονάτα γιασεμιά, χαμόγελο μου αγαπημένο δροσοβόλο. 

Σπίτι μου λιτό, αγνό, βαλεριάνα της ψυχής που με προσέχεις,
τα συναισθήματα μου αγκαλιάζεις και μαζί τους ξενυχτάς,
δε σε αλλάζω με manor, είσαι ο δικός μου της αγάπης μπεζαχτάς.
Λιώνεις τον πάγο της καρδιάς με ξεκουράζεις και μ’ αντέχεις.

Εικόνα
Waddesdon Manor 1874

Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

Βραδινή απογείωση...


Βραδινή απογείωση…

Σε ξαναβρίσκω στ’ αφροκύματα τα ήρεμα του τώρα,
του χθες λαχτάρα μου κι’ εξαίσια προσμονή,
ερωτευμένη όπως τότε με την άγρια την μπόρα,
αναδυόμενα στα μεσοπέλαγα παιχνίδια, ηδονή.

Στίγματα αμαρτωλά, τατού, του πόθου λαξεμένα,
σκηνίτες έρωτες κατατρεγμένων στεναγμών,
βαθύ, του παραλόγου βαρομετρικό, φωλιές στα ξένα,
μη και μας δούνε μάτια ξωτικών περαστικών.

Φουρτούνα στ’ αρχιπέλαγος του φθινοπώρου,
στα σκέρτσα των ανέμων παράνομη υποταγή,
λαθρεπιβάτες του παλιού και ξένου ιστιοφόρου,
γυμνό ολόγραμμα των …ήντα συνδιαλλαγή.

Λάθρα και πάλι στου Σεπτέμβρη τ’ ακρογιάλια,
μοιραία απογείωση κι’ ας είναι βραδινή, αμαρτωλή,
αναταράξεις, εξισώσεις, στης ψυχής τα καρναβάλια,
για το χαμόγελο της είχα αφήσει τάμα, προκαταβολή.