Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2020

Δυο θάλασσες...

Δυο θάλασσες...

Θωρώ κι' απόψε το μεγάλο ουρανό,
μα είμαι ακόμα στ' αη Γιάννη τ' ακρογιάλι,
τι κι' αν τα σήμαντρα καλούν για εσπερινό,
εγώ χαϊδεύω της αυγής το μαϊστράλι.

Ήρθε ο καιρός που φεύγουνε οι Γερανοί,
μα εγώ απ' τις θάλασσες ρουφάω το χυμό τους,
τι κι' αν συννέφιασαν στ' αλήθεια οι ουρανοί,
εγώ μετράω τ' άστρα στο λαιμό τους.

Δυο θάλασσες μ' απύθμενα μπλάβα νερά
κι' εγώ ο Ζέφυρος της άνοιξης αγέρας,
τι κι' αν σεκλέτια ήρθαν νοερά,
εγώ θωπεύω το χρυσόμαλλο το δέρας.

Θωρώ κι' απόψε το μεγάλο ουρανό,
μα είμαι ακόμα στις βεγγέρες τ' αλωνάρη,
τι κι' αν το χθες μοιάζει στ' αλήθεια μακρινό,
το τρεχαντήρι μ' όρτσα τα πανιά σαλπάρει.

Γιάννης Χαρκιλάκης

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Σ’ αγαπώ…


 


Σ’ αγαπώ…
«Παιδικές του χωριού μου αναμνήσεις»

Ήταν Απρίλης που την είδα κάποια ταχινή,
σε μια ωριόπλουμη αυλή απελπισμένη,
μου είπε πως τη λέγανε «Φωφώ» ή Φωτεινή,
τη σκέψη της σε κάποιο πριν, με πόνο αφημένη.

Είχα στα χέρια μου χαράξει ουρανό
κι’ αυτή το στίγμα της ν’ αφήσει προσπαθούσε,
ακροβατούσε στων ματιών μου το κενό
κι’ αν την ποθούσα κάποια κούκλα της ρωτούσε.

Σ ένα παιγνίδι μας, θυμάμαι στο σκοτάδι,
κόκκινα ρόδα είχα απλώσει στη ποδιά της,
στο νοτισμένο είχα γλιστρήσει το λιβάδι,
για να βρεθώ στην ονειρώδη αγκαλιά της.

Ουράνια οπτασία τη θωρώ, τη ζωγραφίζω,
την αύρα της ματιάς της, την πρωτόγνωρη να νιώσω,
φοβάται μου μηνά στη σκέψη της που τριγυρίζω,
μη χτυπηθώ από σφεντόνα και ματώσω.

Μια λέξη μόνο «σ’ αγαπώ» διαβάζω μ’ απορία
κι’ ύστερα μοναξιά, στο ραντεβού δεν ήρθε δεν την είδα,
ανεστορούμαι μου’ χε πει μια φίλη, η Μαρία,
Φύγαν χαράματα γι’ αλλού, για άλλη πατρίδα…

Yiannis H.

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

Ανάμνηση αλαργινή...



Ανάμνηση αλαργινή…

Κάπου στης μνήμης τις κυψέλες,
μαρμαρωμένες βρήκα τις ματιές σου,
σκωριόχρωμες στα χέρια σου οι παιδικές κορδέλες,
άγνωρες, μπλάβες κι’ οι φωτιές σου. 


Ένα φιλί «κρινάτο» στη μικρή σοφίτα,
αδέξιο, ντροπιάρικο στα παιδικά μας χείλη,
στα χέρια σου είχε λιώσει η μαργαρίτα,
σημαδιακή ήταν και η πρώτη του Απρίλη. 


Λίγο προτού τα λιάτικα ροδίσουν,
τα μάτια έφεραν ατέλειωτη βροχή,
ήρθαν μαντάτα να ραγίσουν,
αισθήματα κι’ απαντοχή. 


Πέρασαν αλγεινοί χειμώνες
άσφαιρες της καρδιάς οι μπαλοτιές,
τα χρόνια βρήκαν παγετώνες,
το πεπρωμένο δεν αλλάζει με γητειές. 


Βιάστηκες όμως κοπελιά μου,
να φύγεις απ’ το τσίρκο της ζωής,
ένα αγιοκέρι για τα παιδικά φιλιά μου,
στο εικονοστάσι της δικής μου προσευχής…


Yiannis H.

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Κι' έμεινε μόνο η προσευχή!!!




Κι’ έμεινε μόνο η προσευχή!!!                                                                                                                                                                                                                                                                                                           

Είχα που λέτε μια φορά κι’ έναν καιρό, μια όμορφη παρέα.
Φίλοι χιονάτοι οι πιο πολλοί, σκωριόχρωμοι καμπόσοι, πέντε έξι μπλάβοι
όμορφοι πιτσιλωτοί, μα ήταν και οι πλουμιστοί, όλοι μαζί, ένα πολύχρωμο χαλί με
«κόμπους» χίλιους δέκα.
Βαβούρα σαματάς, ένας αλλιώτικος Βαβέλ στη χάβρα που είχα φτιάξει
την ονομαστή, με την αυλή την παστρική τη φίνα.
Άστρα φεγγάρια οι ματιές τους με θωρούν και μ’ αγαπούν κι’ άλλες θαρρείς
πως μ’ αγκαλιάζουν, με φυλούν.
Πολλές καρδιές ερωτικές φλογάτες, άλλες αδιάφορες και άλλες φοβισμένες,
εριστικές πολλές, άλλες χαδιάρες κι’ άλλες φλύαρες λειροκομψοντυμένες,
αεράτες.
Μια καλημέρα ήτανε αρκετή στα χέρια μου να γίνει επιδρομή.
Αχόρταγα τα μασουλήματα, φουριόζα φτερουγίσματα.
Ναζιάρικα γλυκά ματάκια, πόσο τ’ αγαπώ…   

Μα εδά καμιά αθιβολή ερειπωμένη η δική τους η αυλή.
Τ’ ανεστορήματα κι’ αυτά αλάργα, ποια να πρεμαζώξω απ’ του καιρού
τα ξετελέματα, του χρόνου τα μεγάλα.  
Σκουριά στα τέλια μα και στην ψυχή κι’ έμεινε μόνο η προσευχή…
Κι’ έμεινε μόνο η προσευχή!!!

Yiannis H.

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

Η «μπουκαδούρα» του Σαββατόβραδου…






Η «μπουκαδούρα» του Σαββατόβραδου…

Ο αφηνιασμένος νοτιάς, βάλθηκε στου λιμανιού το φάρο
τσ’ ανεπαλιές του να αφήσει.
Και το έγραφαν τα ημερομήνια, μποφόρ και στο «τσαρδί» των στίχων.
Στο ξεχασμένο, το κρύο τζάκι των αναμνήσεων, τα νοτισμένα
«κούτσουρα» δεν ανάβουν.
Ίσως τα «ραβασάκια» του χθες, για προσάναμμα να δώσουν
σπίθα φωτιάς, σίγουρα όλο και κάποια θα φανεί.
Έτσι κι’ αλλιώς  ποτέ δεν τα έστειλα στις «κοπελιές» των ονείρων μου.

Πώς να πεις σ’ αγαπώ στη «Βρισηίδα» στο ασύλητο, το «ιερό» γίνεται;
Δεν γίνεται.
Το επί αποδείξει γράμμα επιστρέφει στα αζήτητα των μελλοντικών
ονείρων…
«Νεφερτίτη» Είναι και θέμα χημείας, δε γίνεται να μπολιάσεις το κόκκινο
με το γαλάζιο της αίμα.
Το βουλωμένο «ραβασάκι» έμεινε εδώ, προσάναμμα στα
«παιχνίδια των πεπρωμένων».  
Οι Μούσες των χιονονιφάδων, της έμπνευσης ρομαντικά αφηγήματα.
Τα «ρεφρέν» με το πλοίο της ερήμου, ταξίδι μιας αιωνιότητας.
«Σαλώμη» τα χιλιομαλαγμένα της νάζια, ώχρινα ανεστορήματα,
φτερά στων ανέμων τις παραξενιές.

Στα ονειρικά πεφταστέρια του τώρα  οι ευχές των μελλοντικών συστημένων.
Προς:
Τις αληθινές επίγειες δικές μου αγάπες.
«Τατιάνα, Γιασεμί, Αριάδνη, Αλέξη, Κωνσταντίνο»

Yiannis H.