Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

Ακόμα...



Ακόμα...

Και πάλι στης ζωής το ξεχασμένο ξενυχτάδικο,
εξοστρακίζω τις παλιές στημένες παραισθήσεις,
μπαρκάρω σ’ ένα όνειρο καινούργιο διαβατάρικο,
στις πλάνες διεισδύω των ματιών της, τις αισθήσεις.

Περιδιαβαίνω νιές, γειτονιές κοσμικές,
το καινούργιο παλτό μου προβάρω,
ανασκευάζω φθαρτές, παλιές πρακτικές,
τ’ αναδυόμενα μου τα θέλω, μοστράρω. 

Εξωτικό χαρμάνι ευφορίας ακραίων στιγμών,
στη πυρά μελαγχολίες κι’ αναίτιες θλίψεις,
στη γκιλοτίνα τα άπλερα πάθη γκρίζων καιρών,
στον καιάδα και οι αφορισμένες μου τύψεις.

Κλείνω ματιές, ερωτιάρικα άλικα χείλη φιλάω,
λες και ήταν χθες, με τα φτερά τα δικά μου πετάω.
Της Αθήνα τα βράδια, Παρθενώνες κι’ ατλάζια
και της ζωής σαν και πρώτα κουλαντρίζω τα νάζια.

Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

Αντίο σ' ένα καλοκαίρι.


Αντίο σ’ ένα καλοκαίρι.

Αποσταμένο από την κάψα ένα όνειρο φευγάτο,
μ’ ένα μισόγιομο φεγγάρι που τρεμόπαιζε να σβήσει,
απ’ τ’ αυγουστιάτικο το σώσμα λέει να μεθύσει,
με το απύθμενο ποτήρι της ζωής το κολονάτο. 

Του φθινοπώρου το χλωμό χαμόγελο του γνέφει,
απ’ την υπόγεια την παλιά ταβέρνα το θυμάται,
τα καλοκαίρια των φιλιών τα ερωτικά ανεστοράται,
Νεραιδοπαιχνιδίσματα σ’ αστερισμούς και νέφη. 

Στο χρόνο του τον ακυβέρνητο αποζητάει,
τις καταιγίδες της φωτιάς που’ χει αφήσει,
τα πελαγίσια σ’ αγαπώ που είχε ζωγραφίσει,
στων πεπρωμένων τα μελλούμενα αναριγάει. 

Μετράει στα κίτρινα τα φύλλα άγνωστους χρησμούς,
κι’ ίσως μαντέψει πως και άλλο καλοκαίρι θ’ ανατείλει,
να κρατηθεί απ’ του χειμώνα τη μανία πριν ξωκείλει,
της ειμαρμένης μήνυμα, γραφή ν’ αφήσει, ξορκισμούς.

Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

Να μη χαθείς!



Να μη χαθείς!

Μου είχες πει, το πολικό να είμαι τ' άστρο της ζωής σου
κι' αν χρειαστεί ηχοπαγίδα να γενώ της έκρηξής σου,
να είμαι ο ήλιος στου χειμώνα σου τα βράδια,
πυγολαμπίδα στης ψυχής σου τα σκοτάδια.

Να είσαι η έμπνευση, ο στίχος μου, οι ρίμες,
βαλεριάνα στους βοριάδες, στο λιοπύρι, στις ωδίνες.

Σου είχα πει, να μη χαθείς ποτέ απ' τη ζωή μου,
να διυλίζεις το νερό και το κρασί μου,
να συνταιριάζεις τ' ανεκλάλητα τα σκόρπια μου τα θέλω,
να μ' αγαπάς ακόμα κι' όταν το εγώ μου υποστέλω.

Να είσαι μάτια μου ανταύγεια, ηλιαχτίδα,
της προσευχής μου η εικόνα, η ελπίδα.

Όμως, τα μου' χες πει και σου' χα πει,
στου φλοίσβου το μουρμούρισμα γίνανε ζάλη,
στις συννεφιές μιας Κυριακής μια αστραπή,
θαμπή φιγούρα στου μυαλού την παραζάλη.

 Χαμόγελο μου, θα' σαι πάντα λαξεμένο στους νευρώνες.
Της προσευχής μου το ξωκλήσι, των ονείρων μου εικόνες.