Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Τσαντίρι...




Τσαντίρι…

Είπα που λέτε μια φορά ένα τσαντίρι να σηκώσω,
το παιδικό μου τ’ όνειρο να μη προδώσω.
Να’ χει μια τρύπα στο νοτιά και στο βοριά,
το λιακωτό σε βράχου ανηφοριά.
Να μη μου κλέβουν της ψυχής τα άστρα,
γεμάτη από χώμα και χαμόγελα η γλάστρα.

Κι’ έτσι το πήρα απόφαση ένα τσαντίρι να σηκώσω,
την κάθε πίκρα, τη χαρά μου να σπιτώσω.
Να πολεμάω με τη γύφτισσα την απονιά,
μέσα στη κάψα και στα πέπλα του χιονιά.
Με καραβόπανο τα πλαϊνά κι’ ωστόσο,
να το παλέψω απ’ τις ληστείες να το σώσω.

Τι να τα κάνεις όμως τ’ ακροκέραμα τα λαξευτά,
που το φουσάτο των καιρών θα διαπεράσει,
με θράσος κάποιο βράδυ θα σου πει,
τέλειωσες έχεις χάσει.

Yiannis H.

20/7/13

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

Αντανάκλαση...



 
Αντανάκλαση

Είναι περίεργη η γκρίζα θλίψη που φοράς,
αιθάλη γεύεται η άνυδρη αγκαλιά σου,
έχεις αχαρτογράφητο σημείο αναφοράς
κι’ έχει κουρσέψει ο χρόνος τα φιλιά σου.

Στο περιθώριο η ασάλευτη η άκρα σιωπή,
προβάλει απ’ τα χείλη η ανάσα απελπισμένη,
με μια ανυπόφορη ανήκουστη ντροπή,
γέρνει σ’ ένα απ’ τα ξέφωτα σου αποσταμένη.

Στο αδιέξοδο του χρόνου άλλος εραστής,
με τη ματιά σου στο κενό παγιδευμένη,
σε στεριανό αραξοβόλι κατά φαντασίαν πειρατής,
κοιμάται η νύχτα σου σε κύμα λαξεμένη.

Μα εγώ; Αλάνι στους ορίζοντες του τώρα,
στου παρελθόντος το παρόν ο γητευτής,
μελωδικές βεγγέρες στου «ποτέ» τη χώρα,
σε άδηλα, αφορολόγητα χαμόγελα πραματευτής.

Yiannis H.

Ιδέα: Αναδυόμενο π.μ. «απραξία πλήρης…»
Προς:  «Διευθύνσεων απείρων»

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

«Σταγόνα» της βροχής…






«Σταγόνα» της βροχής…

Με το χρυσάφι των μαλλιών μου σε χαϊδεύω,
κι’ απ’ τα σμαράγδια των ματιών μου σε θωρώ,
είμαι μια στάλα που τα θέλω σου αναδεύω,
στης φαντασίας σου τον κόσμο «οδοιπορώ».

Ακροβατώντας στον ιστό της σκέψης σου,
καταδύομαι στον άναρχο κόσμο των οραμάτων σου.
Σ’ αγαπώ ψιθυρίζω στους ανέμους, στις θύελλες, στις
καταιγίδες, κάθε φορά που τα παιχνιδίσματα τους με
φέρνουν κοντά σου.

Το συννεφάκι που στην αγκαλιά του με κρατούσε, εσύ,
στον ουράνιο θόλο το σμίλεψες εκείνη την ανοιξιάτικη νύχτα.
Και καθώς «το καλέμι» της σκέψης σου αυλάκωνε τις
γραμμές μου μονολογούσες.

Χρυσάφι θέλω να γεμίσω τα μαλλιά σου,
σμαράγδια πράσινα τα μάτια τα φιλιά σου.
Στην κάψα να’ σαι η δροσιά μου,
στην παγωνιά η ζεστασιά μου.

Και από τότε ταξιδεύω…
Ταξιδεύω μέσα στης φαντασίας σου το άπειρο,
στα δάκρυα σου, στο χαμόγελο σου, στον πόνο στη χαρά
σου, στην πίκρα, στα όνειρα σου.

Και ρωτάς κάθε φορά που ο ουρανός σου συννεφιάζει.
Που είσαι;
Κι’ εγώ σ’ ακούω, περνώ αστροπελέκια και τυφώνες,
τα ξανθά μου μαλλιά να χαϊδέψεις, τα πράσινα μου μάτια
να διαβάσεις. από τα χείλη μου ν’ ακούσεις, σ’ αγαπώ.

Στο θερινό το σινεμά, δίπλα στο αγιόκλημα σε είχα δει μια
αυγουστιάτικη βραδιά και ήσουν μόνος, πάλι για μένα έγραφες,
πάνω στο πακέτο απ’ τα τσιγάρα σου. Που να’ σαι τώρα;
Και είπα να σου θυμίσω, πως είμαι πάντα κοντά σου.
Το πρόσωπο σου χάιδεψα, ξαφνιάστηκες, κοίταξες τον ουρανό
με απορία. θα βρέξει είπες μέσα σου, μα πως, βροχή από ένα
λευκό συννεφάκι;
Τότε κατάλαβες, το δροσερό το χάδι δικό μου ήταν, το μαντήλι
που με σκούπισες κοίταξες κι’ ύστερα το φίλησες.
Το δάκρυ σου με συγκίνησε, μα τι θα μπορούσα να κάνω;
Μια σταγόνα της βροχής μονάχα είμαι.

Κυριακή βράδυ, στο ραντεβού δεν πήγες, γιατί;
Δεν φαινόταν πω θα βρέξει κι’ όμως…
Τρίτη θέση στο τρένο, μόνος στο ταξίδι του χρόνου, πάλι για μένα
στίχους έγραφες κι’ εγώ να κρατηθώ στο τζάμι προσπαθούσα.
Λίγο πριν χαθώ με είδες και μου χαμογέλασες, σ’ αγαπώ μου
Είπες κι’ εγώ χάρηκα κι’ έγινα ήλιος ανέσπερο φως.

Καλοκαίριασε, κουράστηκες να ρίχνεις τις πέτρες στη θάλασσα
μέχρι που τ’ αστροπελέκια έφεραν σταγόνες βροχής.
Εμένα θυμήθηκες τη δική σου σταγόνα,
τη δική σου σταλαγματιά της βροχής.
Και τότε την νοτισμένη άμμο βάλθηκες να πλάθεις.
Ένα κάστρο για την πριγκίπισσα σου…

Θα είχες πιεί δυο ποτηράκια παραπάνω.
Απόκριες ήταν, φαινόσουν χαρούμενος, γλεντούσες τη
«μασκαρεμένη» βραδιά κι’ όμως τ’ αστέρια θωρούσες,
ή μήπως τα γκρίζα σύννεφα
που ετοιμάζονταν τα «δάκρυα» τους ν’ αφήσουν;
Βράχηκες μα δεν σ’ ένοιαζε, είχες εμένα δίπλα σου.
Και με καμάρωνες, όμορφη βραδιά…     

Το κυνήγι της πέρδικας σε γοήτευε και είχες επιτυχίες,
μα εκείνη τη μέρα λάθος ατραπό διάλεξες και βρήκες αδιέξοδο.
Στα «τσιχλοπούλια» έριξες τις μπαλοτιές σου.
Με άδειο «τσιφτέ» κι’ ένα παράπονο στα μάτια με κοιτάζεις.
Γιατί;

Κουράστηκες από τις κακοτοπιές κι’ είπες να ξαποστάσεις.
Δίπλα στης μοναξιάς σου τ’ ακρογιάλι, την άμμο σκαλίζεις και
είσαι μόνος.
Το φθινόπωρο πλησιάζει και το δάκρυ σου κατηφορίζει αργά
για να χαθεί «αμίλητο» στο χώμα.
Με απορία με κοιτάζεις, λες και με θωρείς πρώτη φορά,
θέλω κάτι ακόμα να σου πω, μου λες…

Μ’ ένα απ’ τα πέπλα σου χαρά μου μαγικό,
σαν χάδι στο μεθύσι μου απόψε σκέπασε με
κι’ απ’ τη δροσιά σου κέρνα με ποτό νοσταλγικό,
μείνε γλυκό μου όνειρο και αποκοίμισε με.

Yiannis H.