Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

Σε ξαναντάμωσα.


Σε ξαναντάμωσα.

Σε ξαναντάμωσα,
με χαίνουσες πληγές απ’ τα μεγάλα σου τα λάθη,
έκπτωτη στο αχνόφεγγο οράματος απατηλού,
είχες ξωκείλει απ’ τα πολλά, τ’ αέναα σου πάθη,
ακροβατώντας κάποιο σύθαμπο γι’ αλλού.

Η πελαγίσια σου ματιά τρικυμισμένη,
λεηλατημένη απ’ τα κουρσέματα των ξωτικών,
σε βράχια αχαρτογράφητα ναυαγισμένη,
εύκολη λεία ύπουλων αρπαχτικών.

Σκιές τα χνάρια σου στο πέρασμα του χρόνου,
απολιθώματα μιας άλλης ξεχασμένης εποχής,
φθαρτές μπαταρισμένες αγκαλιές του πόνου,
ερωτευμένες θύμησες στερνής απαντοχής.

Στη πλημμυρίδα έχεις τώρα την ελπίδα
ν’ ανασηκώσει το σκαρί απ’ το γιαλό
μήπως και φτάσει στα συντρίμμια κάποια αχτίδα
να αναπλάσει μια εικόνα, λαξεμένη σε πυλό.

Πως να χωρέσω μάτια μου, σε μια αδέσποτη συγνώμη.
Με συλημένα όνειρα ψυχρών συμβιβασμών,
σ’ ένα ολόγραμμα αρχέγονο που τό `λεγαν Σαλώμη,
σε μια καινούργια, ξέφρενη τροχιά αφορισμών.

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009

Αλόη.



Αλόη


Δίχως μια σκιάδα στης ερήμου το καμίνι,
μικρή μου Αλόη είχες μείνει από αγάπη,
οξειδωμένα ιδανικά σου είχαν απομείνει,
περιουσία ενός πολέμαρχου σατράπη.

Ριγούσε το φεγγάρι στην έναστρη νυχτιά,
κι’ εσύ είχες λιγωθεί στην αγκαλιά μου,
κρυφά με δρόσισες μ’ αέναη γητειά,
ιάματα αρχέγονα στα ζοφερά φιλιά μου.

Να πάρω μου είπες τα όνειρα σου τα παρθένα,
κι’ όσο το δάκρυ της ψυχής σου θα κυλά,
θα μου γιατρεύεις τα δικά μου αφιονισμένα,
τα αιωρούμενα, με το εγώ μου να κατρακυλά.

Μικρή μου Αλόη της ερήμου γιατρικό,
δεν έχω χρόνο δυό φορές να σ’ αγαπήσω,
στη σκιά μιας άλλης Νεφερτίτης είμαι αερικό,
δεν το μπορώ το παρελθόν μου να νικήσω.

Όμως να ξέρεις στον αιθέρα που θα πλέω,
του φεγγαριού σου θα κεντώ το ριζικό,
με το τραγούδι της ερήμου θα του λέω,
πως είσαι το μεγάλο της καρδιάς μου μυστικό.


Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

Της τύχης τα γραμμένα.



Της τύχης τα γραμμένα.

Μες στης ζωής τα ταξιδέματα,
στον κόσμο μπαλ μασκέ που ζούμε,
για της ζαριάς τα μάτια, στα ονειρέματα,
εξάρες να ’ρθουν μια φορά όλοι ποθούμε.

Χιμαιροκυνηγήματα, μα η ελπίδα δεν πεθαίνει,
ας παίξω μια φορά ακόμα λες,
το χαρτζιλίκι το στερνό που μ’ απομένει,
μα πάλι ντόρτια και διπλές.

Τα μαύρα μάτια τους που όλοι ερωτευτήκαμε,
κι’ αγγίξαμε κάποια στιγμή, την αύρα τους που λένε,
κι’ αν τσιμπιτά τις παίξαμε και τάματα τους ρίξαμε,
παιχνίδι κάνει η ζωή αυτές δε φταίνε.

Μα κι’ αν η τύχη μια απρόσμενη στιγμή,
με τα φιλιά της τα μελένια σε κεράσει,
θα ’ρθει ο χρόνος να σου πει,
τέλειωσες έχεις χάσει.

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009

Κραυγή.


Κραυγή.

Βιράρω απ’ τα θλιμμένα απόβραδα αισθήσεις,
κι’ απ’ τα καιόμενα μελλούμενα κραυγή,
από τα κάτεργα μοιραίες, αγοραίες παραισθήσεις,
έρμα για το σαπιόσκαρο που το ΄λεγαν αυγή.

Της πλάνης μου οράματα απόβλητα φασμάτων,
χρησμοί δυσοίωνοι, αλαφιασμένοι γογγυσμοί,
της γκιλοτίνας υπολείμματα συναισθημάτων,
άγραφοι, ακατάληπτοι, ουτοπικοί χρησμοί.

Σκιάδες ανεμοσκόρπιστες, άχρωμες συνειδήσεις,
όνειρα ζοφερά, τυφλά, συννεφιασμένα,
άσκοπες, μάταιες, ζούφιες αναδομήσεις,
χνάρια ερωτικά, περάσματα αναπαλαιωμένα.

Βιράρω απ’ το σαπιόσκαρο που το ΄λεγαν αυγή,
με καταπέλτη απ’ το ναυάγιο, στα βράχια τσακισμένο,
οξειδωμένα υπολείμματα, της αυταπάτης μου κραυγή,
σκαρί με τσούρμο άυλο του χρόνου αφορισμένο.

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2009

Διαλεκτική.


Διαλεκτική.

Ενύπνιο υπέροχο, χωρίς αρχή και τέλος.
Ευτυχία ανείπωτη, ανομολόγητη.
Χρυσή σπίθα από το φως της φύσης.
Πολύχρωμες φλεγόμενες εικόνες.
Ήλιος θάλασσα και σάρκα.
Κι’ ο χρόνος; Άγνωστος.
Ένας κομήτης, ένας μύθος.

Κι’ όμως, μυθικά κλειδοκύμβαλα
σκουριασμένα από τα οργισμένα νεφελώματά του.
Μελωδίες ακατόρθωτες,
σ’ έναν κόσμο μικρό, ωχρό, ισόπεδο.
Χημεία χωρίς αξία.
Άβυσσοι, βάραθρα φωτιάς.
Λάμψεις θνητές,
συναντιούνται στους άχρωμους ουρανούς.

Συνήχηση με της ζωής το συνθεσάιζερ
σε μια κραιπάλη όλων των αισθήσεων,
μέσα στις παρθένες σκιές των φεγγαριών,
στα σύδεντρα των μεθυσμένων αστεριών,
στον ουρανό μιας ερωτικής θύελλας.
Εκπληκτική, ατελεύτητη αγάπη στην ιέρεια
μιας ανώτερης πραγματικότητας.

Κι’ όμως, ατείχιστη, άγονη,
ξεθυμασμένων αρωμάτων όαση.
Η σκιά μου ριγεί στις αφηνιασμένες ομίχλες τ’ ουρανού.
Στις άλικες λάμψεις της καταιγίδας.
Στη φοβερή τρικυμισμένη σιωπή μου.
Σύμπαν δίχως εικόνες.
Ουτοπικά όνειρα στις χλωμές φεγγαρίσιες φιγούρες.

Εγώ μιλούσα στη ζωή,
μέσα στο αργοξύπνημα ενός ανάλαφρου αγέρα.
Σαν μάγος, σαν άγγελος, σ’ ένα ουράνιο τόξο
που αγκάλιαζε τη γη, που έλιωνε τους πάγους,
που καταδυόταν στους ωκεανούς,
που στριφογυρνούσε αέναα στο άπειρο του χρόνου.

Κι’ όμως, μάτια ξεριζωμένα από τα γεμάτα καρφιά
δάκρυα των αναμνήσεων.
Ερινύες καινούργιες, δίκες στημένες.
Βουλεβάρτο με λασπονέρια απροσπέλαστο.
Φυλλώματα καμένα
από μια άγνωστη άλικη φωτιά.

Νεανικός δυϊσμός.
Δρώμενα σε μια σκηνή χωρίς σύνορα,
με εκτυφλωτικά τα φώτα της ράμπας.
Σκιρτήματα αδάμαστα σ’ ένα τρένο δίχως στάσεις.
Ταξίδι άχρονο.

Κι’ όμως, ψεύτικο όραμα,
χνάρι ενός απολιθώματος.
Όνειρα φτωχά, ανάπηρα, από την έκρηξη
των ουράνιων σταθμών.
Το σαββατιάτικο φιλί,
ξεκομμένα σκοτεινά ιερογλυφικά
μιας άγνωστης γης.

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2009

Απουσία.



Απουσία.

Το πρόστυχο φιλί της μια ανατριχίλα,
παιχνίδια στην παλίρροια του πάθους,
της φύσης μου της ένοχης σαπίλα,
ένας δραπέτης στ’ αδιέξοδο του λάθους..

Φκιασίδωμα με μάσκες ξωτικές,
στου τσίρκου της ζωής τα μονοπάτια,
νάρκωση μέθης σε στιγμές μοναχικές,
κρίκος αδύναμος με είδωλα κομμάτια.

Άχρωμα τσόλια και με ούγια σκοτεινή,
της πλάνης μου άρωμα φτηνό που ζέχνει,
στο βαθυκόκκινο προβάρω υπομονή,
της ηδονής αρχέγονη φευγάτη τέχνη.

Διόδια με το εγώ σου που πληρώνεις,
μ’ ένα συγνώμη που σε γέλασα ζωή,
σε αποπλάνησα στα θέλγητρα μιας πόρνης,
στ’ ανήλιαγα τα καταγώγια ένα πρωί.

Yiannis H.

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2009

Είναι αλλού.


Είναι αλλού.

Εικόνα μιας παραίσθησης φτηνής,
απόβραδο σε στάση αναμονής,
μ’ ένα σου νεύμα.
Σε σύμπαντα κενά, ταξίδια αλαργινά,
έχουν γαλάζιες ομορφιές τα δειλινά,
ερωτικό μου είπες γέρμα.

Δεν έχεις λόγω όμως να μου λες,
λέξεις με έννοιες αμαρτωλές,
από του χτες τ’ αφιονισμένα.
Φερμάρει ο χρόνος εποχές,
αρχέγονες ταριχευμένες ενοχές,
σε πάπυρους ακόρντα λαξεμένα.

Στα κατατόπια της διαφυγής,
λέξεις αθώας προσταγής,
φωλιά ερωτική φευγάτη.
Αντίγραφο της τότε ανεμελιάς,
ένα ποτήρι γιατρικό της φραπελιάς,
καφές πικρός για τον πελάτη.

Ένα σου όχι ακόμα μη μου λες ζωή,
λίγο να μείνω στο δικό της το πρωί,
περαστικός διαβάτης.
Σ’ ένα αδέσποτο σκαρί γυμνή,
είναι η αλήθεια ψεύτικη φτηνή,
κι’ εγώ, ένας πεζός της ιχνηλάτης.

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2009

Δε θα μ' ακούσεις.


Δε θα μ' ακούσεις.

Όρτσα στον άνεμο μ’ ένα σκαρί χωρίς πανιά,
με το εγώ μου το χαμένο στο αμπάρι,
αλισβερίσι με του χρόνου την αντάρτικη απονιά,
ο λύχνος να μη σβήσει στο προσκυνητάρι.

Με πλάγιους ήχους απ’ αρχέγονους αυλούς,
το σ’ αγαπώ, πως να στο πω, δε θα μ’ ακούσεις,
δεν το μπορείς να γράψεις πάνω σε πυλούς,
έχουν αλλάξει οι εποχές, της μπελ επόκ απούσης.

Δεν θα μ’ ακούσεις γιατί ορθώνονται τα τείχη,
της Ιεριχούς που κάποτε είχαμε γκρεμίσει.
Γιατί τ’ αφήσαμε χαρά μου όλα στη τύχη,
σ’ ένα αλλόκοτο, αργό κι’ ατέλειωτο μεθύσι.

Απ’ τα υπόγεια, τι να σου πω, της Ατλαντίδας,
σ’ ένα κελί δραπέτης της ζωής, βαρυποινίτης,
από τ’ αντάργιασμα μιας άλλης πυραμίδας,
σκιά στις ανηφόρες για το κάστρο, δροσουλίτης.

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2009

Απολιθώματα.



Απολιθώματα.

Τ’ αρχέγονο φιλί σου πεθυμιά,
στ’ αλμύρισμα του να με λιώσεις
ανατριχίλα οργασμού στην ερημιά,
κι’ εγώ της θάλασσας δραπέτης να αλώσεις.

Στο μπλάβο χώμα απολίθωμα που λιώνει,
φυλακισμένοι σε γραμμές παραμυθιών,
σε μιά προβιά, θυμάσαι, αντί σεντόνι,
γυμνοί πολέμαρχοι αρχέγονων θεριών.

Κι’ εσύ χρυσή μου αχιβάδα της αβύσσου,
από τ’ αγκάθια μου, μου έλεγες πονούσες,
απολιθώματα διαλέγαμε για σπίτι, για θυμήσου,
στα πέλαγα τα τροπικά που σεργιανούσες.

Στ’ ακροθαλάσσι τώρα, αλλοπαρμένο κύμα,
θα θρυψαλιάσει ότι απόμεινε να σβήσει,
να βρεις αιτία να σκαρώσεις κάποιο ποίμα,
στον αχινό στην αχιβάδα που ’χαν τότε μαρτυρήσει.

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

Μπελ επόκ.


Ονειροπόληση μιάς βραδιάς....

(Οδοιπορώντας) στο άγνωστο, πέρα από τον αισθητό κόσμο.
Στη σκιά μιάς ανώτερης πραγματικότητας.
Στη θαλπερότητα, στο φως μιάς ιδεατής εποχής.
Στην αγκαλιά μιάς αρχέγονης άνοιξης, χωρίς τις αφηνιασμένες
ομίχλες του σύγχρονου κόσμου.

(Απόδραση) από το ψέμα, το οργισμένο παρόν.
Από την υπεξούσια ζώνη, την αταξία, το χάος.
Από το φτώχεμα των οραμάτων.

Μπελ επόκ.

Στη Μπελ επόκ ουράνια λουλούδια του ονείρου
του έρωτα αμάραντα μιας εποχής.
Θαλασσινά περάσματα, φεγγάρια του απείρου
τα μάτια σου εβένινες εικόνες προσευχής.

Μέσα στην άλικη σιωπή των αστεριών
σκιές παρθένες τα φιλιά σου.
Στο παίξιμο το μεθυσμένο των κεριών
ανάλαφρα συμπλέγματα με φούξιες τα μαλλιά σου.

Μια εποχή αλλοτινή, ερωτική
Σιβυλλικές αγγέλων παραστάσεις
Του Αϊ-Γιάννη οι φωτιές, εικόνα μαγική.
Καιρός για άλλες της ζωής επαναστάσεις.

Δημοσιεύτηκε στο F. kithara.gr