Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2010

Σκοτάδι και φως.


 


Σκοτάδι και φως.

Κι’ απόψε στην ατέλειωτη νύχτα 

στο τερατόμορφο σκοτάδι.
Ταξιδέματα μεταφυσικά με το άρμα άγνωστων ανέμων,
στον ουρανό της θύελλας.
Θωρώ το μελαγχολικό πλύσιμο της δύσης
και φοβάμαι.


Άρχισαν κιόλας να μαζεύονται συννεφιές,
μαύρες, αλλόκοτες,
πάνω σ’ ένα πέλαγο φτιαγμένο από τα καυτά δάκρυα
μιάς αιωνιότητας.
Το δωμάτιο μικρό, αρκτικό σπήλαιο.
Πόνος απ’ το μαστίγωμα της παγωμένης πολικής νύχτας.
Σκιές μαύρες, σιλουέτες ακαθόριστες, σ’ ένα χορό μεταμφιεσμένων.


Άλικες άβυσσοι, βάραθρα φωτιάς.
Κι’ απάνω συναντιούνται φεγγάρια άχρωμα.
Κομήτες στροβιλίζονται και παγώνουν τα μάτια μου.
Φάτσες παραμορφωμένες, πελιδνές.
Φωνές βραχνές ακατάληπτες.



Η τρομερή προέλαση των οπλών από αρχέγονα όντα,
θαρρείς διαπερνούν το σώμα μου.
Ερινύες περιγελούν τη φοβερή τρικυμισμένη σιωπή μου.
Κι’ η νύχτα μια αιωνιότητα.
Χάος.


Ξημέρωμα μέσα στη σιωπή των αστεριών που σβήνουν.


Κι’ εκείνη,
κάπου εδώ, κοντά μου είναι, το αισθάνομαι.
Ξέρω πως ακούει το δικό μου ανάκουστο κάλεσμα.
Νιώθω την αύρα της σκέψης της.
Τη χρειάζομαι κι’ αυτή το ξέρει, μου στέλνει το χαμόγελο της
και μου φτάνει.


Τα λουλούδια του ονείρου ξυπνούν, ανοίγουν φωτίζουν.
Η μέρα απ’ τη δροσιά της δρόσισε.
Σβήνει πεθαίνει το χάος.
Οι καταιγίδες κατεδαφίζονται.
Μιά στάλα φως και σήμερα από το φως της.