Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

Δηιάνειρα.



Δηιάνειρα.

Από τη στέπα του μυαλού χνάρια μαζεύω,
μες σε συμπλέγματα αλλόκοτα παράνοιας,
τη μνήμη την αλλοιώσιμή μου αναδεύω,
να ξαναβρώ τα άληστα φιλιά της Δηιάνειρας.

Μα βρήκα στα στέκια τα γνωστά, ξόβεργες παγίδες,
την Ήρα τη χαιρέκακη, τα όνειρά μου να αγρεύει,
και της ψυχής τις άμοιρες, τις ξέπνοες ελπίδες,
πεντόβολα, μες στης φωτιάς τα κάστρα, να τις παίζει.

Γκριζοφορούσες οι φούξιες οι ερωτόχρωμες, δάκρυα στάζουν
σποράς άνυδρης, της Αφροδίτης άραχλα στολίδια,
στ’ ακροθαλάσσι των θεών χίμαιρες άτρομες χειμάζουν,
κι’ έγινε η άμμος η Ξανθιά, χαλικερά στρωσίδια.

Τώρα στο σύθαμπο τον Όλυμπο κοιτάω,
που πήγαν τάχα οι θεοί ο ψεύτικοι ρωτάω.
Μ’ αυτός σιβυλλικός ανήλιαγος, με χιόνια παραμένει
κι’ έχει στο θρόνο του άνασσα, θεά την ειμαρμένη.