Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Για δες!...





Για δες!

Για δες που βράδιασε στ’ αλήθεια,
είχα ξεχάσει πως υπάρχει ένας σταθμός,
φθίνουν τα χίλια και μιας νύχτας παραμύθια,
δεν το πιστεύω πως με γέλασε ο καιρός.

Του λύχνου απόμειναν δυό, τρεις σταγόνες λάδι,
μα πίστευα η φλόγα του θα φέγγει συνεχώς,
πως δε θα βρω στο δρόμο μου ποτέ σκοτάδι,
άπαιχτο έργο άχρονο, στο κάποτε, στο προσεχώς.

Απόγεμα κι’ η μέρα έχει στη ματιά μου λιγωθεί,
σ’ ένα πικρό χαμόγελο ονείρου που σκοτώνει,
παραδομένη, με της νύχτας την εσθήτα να ντυθεί,
για λύτρωση, που όμως όπως λένε, δε λυτρώνει. 

Λες κι’ ήταν χθες το φως του ήλιου που τρυγούσα,
πότε έφτασε στο σώσμα τ’ ανοιξιάτικο πρωί,
ξένα τα χνάρια που άφησα, τα χείλη που φιλούσα,
δεν το πιστεύω πως με μπέρδεψες, με γέλασες ζωή. 

Yiannis H.