Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Ο χθεσινός δρόμος...



 
Ο χθεσινός δρόμος…

Της Κυριακής τα «στραταρίσματα» μάτια ζηλιάρικα θωρούσαν,
γιατί «ρετσίνα ολόξανθη» τα μάτια της, τα βράδια με κερνούσαν…
Μα εγώ το κύμα ζήλευα τη λάγνα αγκαλιά του,
γιατί της χάριζε δροσιά με τ’ αλμυρά φιλιά του.  

Άχνιζε ο δρόμος ο χωμάτινος απ’ του καλοκαιριού την κάψα.
Το κατάβρεγμα του, συνηθισμένη δουλειά, να καταλαγιάσει
η σκόνη, που ο μπάτης  πότε πότε, τα δικά του (πεντόβολα)
στους περαστικούς σκόρπιζε, έτσι που να τσούξουν τα μάτια. 

Το ταβερνάκι η «πρωταπριλιά» λουσμένο από τις μυρωδιές του
ψημένου στα κάρβουνα χταποδιού, του ζωντανού κάβουρα και
της «γλεντζέδικης» μαρίδας, στο αγνό, το ντόπιο λάδι
τηγανισμένη.
Το περιβόλι της φύσης, κρυμμένο από τις αδιάκριτες
«κλεφτοματιές» των (πουλιών).
Το αράδιασμα των όρκων της παντοτινής αγάπης, στο λα μινόρε
των αισθήσεων. «Και η ζωή μεθυσμένη από έρωτα, είχε κέφια»

Κι’ όμως το «μυροβόλι» της άνοιξης έσβησε, έτσι ξαφνικά κάποιο
βράδυ, μέσα  στον καπνό του «μουτζούρη».
Τα αγκομαχητά του, συνήχηση με της καρδιάς τ’ άγνωστα
πεταρίσματα. 
Η επέλαση του πόνου απροσμάχητη, για την ανείπωτη  επιβολή
της (ζωής)
Την περιδιάβαση ενός άλλου, άγνωστου δρόμου, άνευ όρων.

Και πέρασαν τα χρόνια, κρύωσε στ’ αλήθεια, χειμώνιασε,
μα οι θύμισες  ποτέ δεν έσβησαν, αυτές γράφονται με το
ανεξίτηλο μελάνι της ψυχής.

Δεν μπορεί ίσως σε ξένο τόπο να μ’ έφεραν τα κουρασμένα
απ’ το φορτίο του χρόνου ζάλα μου.
Το γκρίζο τσιμέντο δεν βρέθηκε κανείς να πολεμήσει και
θέριεψε, θλιμμένη κι’ η θάλασσα απ’ τη θολούρα των νερών της.
«Δεν την είδα από τότε» μου ψιθύρισε με παράπονο.
Και ήταν τόσο γλυκιά…
Σκοτείνιασε η σκέψη μου, για τις πληγές του δρόμου, της
Θάλασσας και τις χαμένες του έρωτα μπλάβες ματιές.
Η γκρίζα άσφαλτος της σύγχρονης εποχής, μαύρισε και την
ψυχή μου.
Ένα αγιοκέρι στης παναγιάς το εκκλησάκι, που μεγάλωσε,
λάμπρυνε, όπως και ο δρόμος, που έγινε λεωφόρος,
πολύφωτος και πολύβουος. 

Παρείσακτος στον δικό μου άγνωστο κόσμο… 

Πήρε ο βοριάς το άρωμα των φιλιών της, γκρέμισε κι’ η ζωή
των ονείρων τα κάστρα.

Ε, ταβερνιάρη, μια ρακή να σε κεράσω, απ’ της άνοιξης το χάδι,
μα το δρόμο της «πρωταπριλιάς»  δε βρήκα και είναι βράδυ.

Φεγγάρι μου που με θωρείς μια χάρη θέλω ακόμα,
το ποτήρι μου να σπάσω, βρες μου λίγη θάλασσα και χώμα…

Yiannis H.