Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

Να ήταν λέει αλήθεια...




Να ήταν λέει αλήθεια…

Ένα αστείο ήταν στο παιχνίδι των παιδιών…
Ποιος το βατραχάκι που βρήκαν θα φιλήσει;
Εγώ είπε το κοριτσάκια με τα μεγάλα πράσινα μάτια.
Έσκυψε και με αγάπη το φίλησε…
Και τρόμαξε με το σύννεφο καπνού, που το βασιλόπουλο άφησε.
Το φιλί της έδωσε μορφή, το βατραχάκι έγινε σκόνη.
Τα μάγια έσπασαν. Και τώρα;
Έμεινε εκεί για λίγο να κοιτάζει το’ όνειρο, το μαγεμένο…
Να ήταν λέει αλήθεια…

Κι’ εγώ τώρα τι να πω; Τα χρόνια πέρασαν και δεν δικαιούμαι
ακόμα και τα όνειρα μου να διαβάσω!
Το απαγορεύει λέει ο χρόνος, τα γκρίζα μαλλιά μου.
Λες κι’ η καρδιά μου δεν είναι η ίδια, τότε και τώρα.  
Τα πελαγίσια, τα’ ανοιξιάτικα παιχνίδια φέρνουν αναμνήσεις
κι’ οι αναμνήσεις τα τωρινά όνειρα, τις επιθυμίες…
Τι σου είναι λοιπόν η ζωή!
Τα βατραχάκια υπήρχαν, μα υπάρχουν και τώρα…

Το τζάμι κοίταζα με τα περίεργα σχήματα, που η παγωνιά,
είχε σμιλέψει την νύχτα που πέρασε.
Καινούργιες εμπειρίες, από τον ζεστό νότο στον παγωμένο
βόριο κόσμο.
Άστρα, ασημένια παλάτια, νομίσματα μαλαματένια, του
βοριά τα ξετελέματα, πάνω στο ραγισμένο τζάμι…
Να ήταν λέει αληθινά…

Ας ακουμπήσω είπα ένα κρυστάλλινο άστρο, ένα αστέρι από
τα πολλά κι’ ας λιώσει, έτσι κι’ αλλιώς, ο ήλιος, τα πολυβόλα του
ετοιμάζει, όπου να’ ναι οι ριπές των αχτίνων του θα ζεστάνουν
τα παγωμένα κομψοτεχνήματα της νύχτας…
Παράξενη έλξη, πρωτόγνωρη, δυνατή, ποιος θα νικήσει;
Η απειρία, τα παγωμένα στρατιωτάκια, ή τα πράσινα μάτια της;
Και φίλησα το άστρο, το λαξεμένο πάνω στο τζάμι.
Κι’ έλιωσε κι’ έγινε δάκρυ, για να φανεί εκείνη, η πριγκίπισσα του
παραμυθιού, του δικού μου κόσμου.
Τα χείλη της να φιλήσω σκέφτηκα, μα πως; …
Είναι όμως αλήθεια;

Σ’ αγαπώ, ψιθύρισα και χάθηκαν τα παγωμένα κάστρα.
Κι’ εγώ σ’ αγαπώ την άκουσα να λέει, δώσε μου τα χέρια σου.
Το βατραχάκι πήδηξε στα μπλάβα νερά και χάθηκε.
Και ήταν αλήθεια, εκείνο το πρωινό…
Τα μάτια της όμως;
Τα μάτια της δεν ήταν πράσινα…

Yiannis H.