Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Στιχάκια της πιάτσας.





Στιχάκια της πιάτσας.

Την έκανες κι’ απόψε από την πιάτσα,
σε στενορύμια νυχτοπερπατάς,
όμως τα ψηλοτάκουνα δεν είναι για σουλάτσα,
πρέπει κυρία μου να ξέρεις που πατάς.

Σε καπηλειά αχαρτογράφητα αράζεις,
φουμάρεις λένε πούρα κουβανέ,
με μπόμπα το αλογάκι σου αλλάζεις
και βάζεις τα φιλιά σου ρεφενέ. 

Σου γυάλισε το κάμπριο του μάγκα
κι’ είπες να δοκιμάσεις τις στροφές,
μα ήταν δόλωμα και τίναξες την μπάνκα
είσαι’ ένα αίνιγμα γλυκόπικρος καφές.

Τσουρουφλισμένη λες πως θα ρεφάρεις,
μα είναι κρίμα στο μπλακ τζακ ν’ ακροβατείς,
σε λάθος νούμερο τα ρέστα σου ποντάρεις,
όμως στα στέκια σου, ρεμπέτες δεν θα βρεις.

Yiannis H.

10/6/2013

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Είχα!






Είχα!

Είχα ένα βόλο γυάλινο και δυο αμάδες,
από πηλό κι’ από κοχύλια «τιμαλφή»
το σπίτι μου έδερναν αλύπητα βοριάδες
κι’ ήταν με χώμα και καλάμια η οροφή.

Την πέτρα έσκιζε ο ήλιος του καλοκαιριού,
στης άνοιξης τα όνειρα κρυφομιλούσα,
φθινόπωρο, η ώρα του παραμυθιού,
«τα χειμωνιάτικα πουλιά πετροβολούσα».

Είχα του λύχνου την παρέα τις νυχτιές,
τον ερωτόκριτο στης γειτονιάς το φωνογράφο,
για τις ανέμελες του κόσμου μου ματιές,
ένα μολύβι δίχρωμο στη «πλάκα» μου να γράφω.

Ανηφοριές, κατηφοριές, στα καλντερίμια,
ρίμες παθιάρικες στους στίχους της βροχής,
τις Κυριακές θηρεύοντας καρδιές κι’ αγρίμια,
στα πεφταστέρια όνειρα γλυκιάς απαντοχής.

Στης μαντινάδας τα σοκάκια σεργιανούσα,
από το δώμα αγνάντευα των «μύλων τα πανιά»
κρυφές ματιές ντροπιάρικα φιλοξενούσα,
στην ανθισμένη της αυλής μου λεμονιά.

Είχα χαμόγελα στ’ αλήθεια με μεθούσαν
κι’ ένα φεγγάρι «κέρινο» για συντροφιά,
μα ξέμειναν, λένε πως δεν μπορούσαν,
στου χρόνου τους ορίζοντες, τη συννεφιά.

Yiannis H.




Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

Πλάτανος!




 Πλάτανος!

«Ηχούν τα πεφταστέρια τ’ ουρανού»
ο γεροπλάτανος τα φύλλα του σκορπίζει,
έχουν στερέψει κι’ οι πηγές του «Ιλισσού» 
το ξεροκούτσουρο θαρρείς κι’ αναδακρύζει.

Τρίζουν στον άνεμο τα «άχλωρα» κλαδιά,
το φύλλωμα στο γκρίζο ανταριάζει,
μοναχικός στην άναστρη κι’ απόψε τη βραδιά,
απ’ τα φουσάτα των βοριάδων δεν τρομάζει,

Χιλιάδες νύχτες και μι’ ακόμα μοναξιά,
το πεπρωμένο ποιος μπορεί να προσπεράσει,
να ακραγγίξει δεν λυγίζει και η όμορφη οξιά,
ότι γεννιέται λένε, με το χρόνο θα γεράσει.

Είναι ο κορμός ροζιάρικος, τραχύς,
χαρακωμένος απ’ τα πείσματα του χρόνου,
κι’ όμως πονάει στη θωριά μιας «αμυχής»
από μια «κλαίουσα Ιτιά» του «γραμμοφώνου» 

Yiannis H.

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Πορτρέτο.




 Πορτρέτο

Έχουν στερέψει οι μπογιές απ’ τις ματιές σου
κι’ εγώ ΄χω ακόμα το πορτρέτο ατελές,
έχουν παγώσει στο φινάλε οι φωτιές σου,
τα ταξιδιάρικα όνειρα γεμάτα αναστολές.

Φθίνει το γέλιο και βαθαίνει η σιωπή,
λευκό μοντέλο μιας «αγάπης» πικραμένο,
απ’ τον καμβά λόγια που θα’ θελε να πει,
πως παραμένει όνειρο νεκρό, φυλακισμένο.

Αναμιγνύω στην παλέτα δάκρυα και χρώμα
και με χαρμάνι πλουμισμένων στεναγμών,
χνάρια ν’ αφήσω στο παρθένο στόμα,
στη διαβατάρικη λαχτάρα των καιρών.

Ιέρεια της φαντασίας  μου, παραίσθηση απατηλή,
πως σ’ αγαπώ να το φωνάξω δεν θ’ ακούσεις,
σ’ ένα πορτρέτο μια εικόνα σου απόκοσμη θολή,
το πεπρωμένο πως ν’ αλλάξω να γυρίσεις.

Yiannis H.

Εικόνα: Μπριζίτ Μπαρντό