Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Αναγνωστικό!







Αναγνωστικό!
(Αληθινή ιστορία)

Σιγανοψιχάλισμα, στα τζάμια του αστικού λεωφορείου,
οι σταγόνες της βροχής, προσγειώνονται μια μια.
Φαίνεται πως θα ξεσπάσει καταιγίδα.
Παράξενος καιρός, πριν λίγο τίποτε δεν φανέρωνε τις
προθέσεις του.

Πάλι δεν πήρα την ομπρέλα μου και σίγουρα η κυριακάτικη
βόλτα μου στα παλαιοπωλεία της περιοχής, θα δυσκολέψει
την περιήγηση μου στα στενά της σοκάκια.
Το «αστραπόβροντο» μας έλειπε, σκέφτομαι να γυρίσω
πίσω, μα πάλι… 
Ας αγοράσω είπα μια ομπρέλα από το περίπτερο, μια φτηνή
δηλαδή, από εκείνες τις πτυσσόμενες.

Αρκετός κόσμος και οι ομπρέλες αδέξια προσπαθούσαν να
αποφύγουν τις «αγκαλιές» η βροχή δε «το βιολί της» σιγανή
και αθόρυβη βέβαια, μα ικανή να σε κάνει «παπί» δίχως
ομπρέλα.
Όλα τα παλιά αντικείμενα απλωμένα, εδώ κι’ εκεί, στα
πεζοδρόμια και σε κάθε ελεύθερο χώρο, δέχονται αδιαμαρτύρητα
το χάδι της, ακόμα και τα παλιά βιβλία.

Έσκυψα, με συγκίνηση το πήρα στα χέρια μου και ύστερα
το φίλησα.
Δεν τα κατάφερα πάλι, το δάκρυ μου γλίστρησε για να χαθεί,
να γίνει ένα με τις σταγόνες της βροχής.
Αυτό το «άτιμο» τελευταία, έχω παρατηρήσει πως  έχει βρει
τον τρόπο και δραπετεύει συχνά, ανάλογα βέβαια και με τα
«τερτίπια» της ζωής.

Ένα ζευγάρι νέα παιδιά, εκεί γύρω στα είκοσι, με κοίταζαν
Περίεργα ενώ προσπαθούσα να διώξω τις λάσπες από το
εξώφυλλο του.

Αναγνωστικό της πέμπτης τάξης δημοτικού σχολείου
του 1946 ήταν.
Το αναγνωστάρι που τα πονεμένα μου χέρια από τη βέργα του
δασκάλου κράτησαν τα χρόνια εκείνα για να κάνει παρέα
στα παιδικά μου όνειρα και που τώρα περασμένα πια τα
χρόνια, έρχεται έτσι ξαφνικά μέσα από τα λασπόνερα να μου
θυμίσει τα παλιά, να μου θυμίσει τα άδολα όνειρα που άλλα
βγήκαν αληθινά, μα και τα άλλα, τα πιο πολλά δηλαδή ποτέ
δεν καταδέχτηκαν, να με αφήσουνέστω την αύρα τους
να αγγίξω.

1946, στο σχολείο του χωριού μου, πέμπτη τάξη.
Ορθογραφία στον μαυροπίνακα με τη λευκή κιμωλία.
-     Πόσα λάθη έκανε το Γιαννιό; Ρώτησε ο δάσκαλος τα άλλα
Παιδιά της τάξης μου.
-     Τέσσερα κύριε απάντησαν εκείνα.
Τέσσερα χτυπήματα στις παλάμες των χεριών με την βέργα και
με όλη του τη δύναμη.
Αφόρητος πόνος που έφτανε στην ψυχή μου.

-     Ε κύριε θα το αγοράσετε;
-     Ναι, πόσο κάνει;
-     Ένα ευρώ και πενήντα λεπτά.
-     Εντάξει, δεν θέλω ρέστα, ευχαριστώ πολύ. 

Απόψε τα όνειρα μου, σίγουρα θα έχουν θέμα…

Αναγνωστικό!

Ένα παλιό αναγνωστάρι του σαράντα έξι,
τσουρουφλισμένο από τις «μπόμπες» του καιρού,
στο παλαιοπωλείο ξέμεινε του κυρ Αλέξη,
μαζί με τα ρομάντζα του έρωτα, του φλογερού.

Περισπωμένες καλλιγραφικές και εισαγωγικά,
κόσμος γλυκύτατος και στις φωτογραφίες,
γραμμές δακρύβρεχτες κι’ ομοιωματικά,
στα περιθώρια, του Μουσολίνι γελοιογραφίες.

Ο ήλιος του στο εξώφυλλο δεν έχει δύσει,
φωτίζει τα χαμόγελα μιας άλλης εποχής,
τις παιδικές τις αναμνήσεις δε θα ξεπουλήσει,
αλφαβητάρι αμόλυντο γλυκιάς απαντοχής.

Το ξεφυλλίζω τις σελίδες του χαϊδεύω,
θωρώ το άτακτο τ’ αγριοπούλι της αυγής,
τα ξεχασμένα όνειρά μου μ’ αγωνία αναδεύω,
νοσταλγικό μου αναγνωστάρι προσευχής.

Yiannis H.

Τρίτη 12 Μαΐου 2015

Τι να φταίει!





Τι να φταίει!

Τι να φταίει που στ’ αλώνια του ήλιου το φως,
στο σταθμό μιάς  ελπίδας,
λίγη δροσιά, αποζητάει μιά στάλα,
μια ανταύγεια αχτίδας.

Τι να φταίει που το κύμα στ’ ακρογιάλι,
έχει αδέξια πληγωθεί.
Τα αλήτικα της νύχτας τα φιλιά μας,
έχουν όλα στις αλάνες σταυρωθεί.

Τι να φταίει που το βλέμμα της,
στου στεναγμού το χάδι έχει δύσει,
στων πεπρωμένων τα ρεφρέν,
με πίκρα  έχει σβήσει.

Τι να φταίει που δεν ρέει ο παλιός ο Ιλισσός.
Στα όνειρα της πως ν’ ανέβω,
που στη γλάστρα της φυτρώνει,
μόνο άγριος, γκρίζος κισσός.

Yiannis H.

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Φινάλε!





Φινάλε!

Φινάλε απόψε στα τραγούδια της ψυχής,
στα έμμετρα τα λόγια της αγάπης,
έκλεισε ο κύκλος κι’ είναι τέλος εποχής,
το τρένο φτάνει στο σταθμό της αυταπάτης.

Με νύχτα διάλεξε η βεγγέρα να ντυθεί,
πεζογραφήματα στα ερμάρια κλειδωμένα,
ποιος να βρεθεί, σ’ ένα παιδί να διηγηθεί,
πως ήταν λόγια μιας ζωής, με πόνο λαξεμένα. 

Εδώ τελειώνει η αρχή μιας ιστορίας,
πέρασε θάλασσες κι’ απότομες πλαγιές,
νανούρισε το βλέμμα μιας αλληγορίας,
χαμόγελα ζωγράφισε, στο σήμερα στο χθες.

Νύχτωσε η αυγή κι’ ας ξημερώνει,
κι’ είναι χειμώνας στα σαλόνια του ρεφρέν,
το τελευταίο το κουπλέ μου ερημώνει,
γεια σου της έμπνευσης μου, My Friend.

Yiannis H.

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2014

Της καρδιάς τα σήμαντρα, του χθες, του τώρα!





Της καρδιάς τα σήμαντρα, του χθες, του τώρα!
                            (Στον άγιο Νεκτάριο)

Στη σκέψη μου, την άγια εικόνα σου σμιλεύω,
κι’ εκείνη απλώνεται συμπαντικός κισσός,
τις ρίμες μου να χτίσω στη σκιά σου το παλεύω,
και είναι χάρμα η πανσέληνος κι’ ο Ιλισσός.

Σ’ έβλεπα χθες από αποστάσεις αστρικές,
βυθίζονταν η αύρα σου στα όνειρα μου,
λάμψεις θεόσταλτες, από εικόνες μαγικές,
τώρα σου δίνω της ψυχής, τα φωτοαντίγραφα μου.

Με ρεύματα, με στέλνεις σ’ εποχές αλλοτινές,
στις γειτονιές τους, πλάγιο ήχο να συνθέσω,
παίρνω απ’ το βλέμμα σου ιδέες φωτεινές,
στα στίγματα της θάλασσας σου, να χωρέσω.

Έλξη συνειρμική απ’ το περίγραμμα της σκέψης,
κ’ ένας λευκός ναός, μ’ ακόρντα της καρδιάς εωθινά,
χαμόγελα μ’ αγιόκλημα ονείρου να γιατρέψεις, 
μείζων ορίζοντες, τα άγια λείψανά σου, ωσσανά. 

Ψαρεύω ίχνη απ’ τις δικές σου περασιές,
με δόλωμα μετάνοιας άγλυκο, που ίσως δε μ’ αξίζει,
ζητιάνος στις σεπτές, δικές σου φυλλωσιές,
για μια ελπίδα, που το γκρίζο του χειμώνα, να φωτίζει.


Yiannis H.   9/11/2014