Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

Αναμνήσεις.



Οι αναμνήσεις μου είναι ο μόνος παράδεισος από τον οποίο κανείς δεν μπορεί ποτέ να με διώξει.

Σ' αναζητώ.

Κι’ απόψε πάλι.
Τη μνήμη την αλλοιώσιμή μου αναδεύω.
Διαπερνώ τη γρανιτένια πέτρα τη σκληρή της φυλακής μου,
μέσα στο χρόνο τον άχρονο.
Ορτσάροντας στον άνεμο δίχως πανιά,
κόντρα στο πείσμα της ζωής χαρά μου, σ’ αναζητώ.

Σ’ αναζητώ, στις πηγές ενός υπεραισθητού ονείρου.
Στις ζωγραφιές τις ανεξίτηλες των χειλιών σου,
στο βυθό εκείνης, της δικής μας θάλασσας.

Αναζητώ κι’ απόψε μέσα από τον άχρωμο κόσμο μου,
τις ανεπανάληπτες καταιγίδες μέθης από τις γεύσεις
του κορμιού σου.
Μέσα στους αντικατοπτρισμούς της ερήμου μου,
τη μορφή σου, τη μελωδία της φωνής σου.
Αναζητώ την ηδονή εκείνης της μοναδικής ώρας.

Αναζητώ μέσα απ’ τα μάτια τ’ ουρανού κι’ απόψε,
τα χνάρια που ζωγράφισες στο πέρασμά σου,
το χώμα που έσκαψαν τα δάκρυά σου,
τον καταπράσινο γαλήνιο ωκεανό σου.
Αναζητώ μέσα σ’ ένα σύμπαν δίχως εικόνες, μια στάλα φως,
το φως απ’ το χαμόγελό σου.

Να ξανακούσω θάλασσά μου το τραγούδι της ερήμου,
των φεγγαριών σου τις γλυκόλαλες χαβάγιες.
Να νιώσω.
Τη μαγεμένη αύρα της σκέψης σου.
Της ανάσας σου το χάδι.
Τη δροσιά από το δάκρυ του κορμιού σου.
Να ημερέψω του χειμώνα μου το βράδυ.

Ομορφιά μου
Να’ χα τη δύναμη, το χρόνο να παλέψω,
να τον κερδίσω μιά φορά, να τον πλανέψω.
Να μπω στην καταπράσινη ματιά σου,
να κλέψω όπως τότε τη φωτιά σου.
Στ’ ανάλαφρα τα άληστα φιλιά σου να λουστώ
και να σου πω,
εγώ χαρά μου και στα χιόνια σ’ αγαπώ.