Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

Αρχιπειρατίνα...




 Αρχιπειρατίνα…

Αναδυόμενη της θάλασσας εικόνα εφηβική,
με τη ματιά της ν’ αγναντεύει τη θλιμμένη,
τ’ αρχιπελάγους κάποια ξέρα ερημική,
κι’ απ’ τα κουρσέματα του έρωτα αποσταμένη.  

Μετρούσε τ’ αφροκύματα τις νύχτες ένα, ένα,
στην πιλοτίνα κάποιο βράδυ του’ πε σ’ αγαπώ,
τα λόγια του ζητούσε να μαζέψει τα χαμένα,
μια πειρατίνα τον αγάπησε, ήτανε λέγανε γραφτώ.

Στο μεσιανό κατάρτι είχε δέσει τα φιλιά της
κι’ αρμένιζε στα τροπικά τα ύπουλα νερά,
αγέρηδες ζηλεύανε τα μαύρα τα μαλλιά της,
αρματωμένα τα λεπίδια των ματιών τα φοβερά.

Απ’ τις βροντές των κανονιών και τον καπνό μεθούσε.
Αστροπελέκια διαταγές να πέσει τ’ άγριο κύμα.
Άστραφτε το μαχαίρι της με πείσμα πολεμούσε,
για να φορέσει τ’ αη  Γιαννιού ρόδα και άσπρα κρίνα.

Απόβραδο κι’ ό ύφαλος πλήγωσε το σκαρί της.
Λυσσομανούν αγέρηδες σωπαίνουν τα κανόνια.
Θρηνούν τα νυχτολούλουδα δάκρυα στο κορμί της,
πεθαίνει κι’ ο μαυραετός στ’ απάτητα τα χιόνια.

Κάθε χρονιά τ’ αη Γιαννιού τον βλέπουν να πετάει,
πάνω απ’ τη μαύρη θάλασσα, στου ύφαλου τα μέρη,
να βγάζει απ’ τις φτερούγες του φτερά να τα σκορπάει,
η πειρατίνα του να βρει, να ξαναγίνει αστέρι…