Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Κοχλάζουν κενό...




Κοχλάζουν κενό...
(Από το άδειο ημερολόγιο μιας ψυχής)

Πράνα και τσι απ’ την Ινδία την Κίνα
ένα πακέτο οξειδωμένες αναμνήσεις
σκιές ασάλευτες συμπαντικού πυρήνα
διάττοντες φευγάτες παραισθήσεις.

Ονειροσύννεφα που παρελαύνουν
στον κύκλο τον ατέρμονα του νου
έναν δραπέτη της ζωής που συλλαμβάνουν
σιωπές ναυάγια καιρού αλλοτινού.

Φθαρτές εικόνες στη ματιά του αναπλάθει
τρικυμισμένες κβαντικές αριθμομηχανές
είναι ο κόσμος του ο άυλος τρύπιο καλάθι
από την πράνα την ασύλληπτη στο αχανές.

Η θύμηση της σε παρθένο όνειρο που μένει
της άναρχης αγρύπνιας του πολύ σημαντικό
από το χέρι της κρατά την ειμαρμένη
το τάχυον στον κόσμο του ελπίδα γιατρικό.



Πληροφορίες:


Οι παραπάνω στίχοι προέκυψαν από το βιβλίο, (ημερολόγιο)
που μια περίληψη ορισμένων σελίδων διαβάζεται παρακάτω.

Το ημερολόγιο είναι το αλεξικέραυνο, ο κεντρικός δέκτης
καταγραφής των ψυχικών καταιγίδων, ο σταθμός καταγραφής
σημάτων, από δέκα επτά (17) διαφορετικές πηγές, δηλαδή από
πάσχοντα άτομα διαφορετικών ηλικιών και φύλων.

Κοχλάζουν κενό.
(Ημερολόγιο)

Σελίδα 1η

Ανθισμένες κερασιές.
Άχρωμα και άοσμα λουλούδια.
Ίσως το μπλάβο τ’ αρχέγονο χώμα να φταίει,
ή μήπως η μεγάλη πέτρα στις παρθένες ρίζες?

Χαράματα.
Οι αστραπές έφεραν βροχή.
Καταιγίδα στον καταποντισμένο ουρανό.
Παλλόμενοι αστρικοί σηματοδότες.
Χάος.

Ο ξεροπόταμος φούσκωσε,
στο πέρασμα του παρασύρει τα πάντα.
Τα κίτρινα φύλλα των δέντρων ταξιδεύουν στο άγνωστο.

Σελίδα 10η

Ξημέρωμα στου φεγγαριού το δορυφόρο.
Ζοφώδεις ερημιά.
Τύμβοι συλημένων ονείρων.
Ήλιος. Φωτιά το χαμόγελο του.
Καψαλισμένα δέντρα, απομεινάρια της κάψας του.

Απολιθωμένα ζαχαρωτά, άγνωστη γεύση.

Καυτός άνεμος, το χαρακωμένο έδαφος υπομένει.
Ο ορίζοντας πλησιάζει, το υγρό στοιχείο έρχεται.
Οφθαλμαπάτη.

Σελίδα 57η

Η σκοτεινή ύλη πλημμυρίζει το κενό,
τα συμπαντικά τέρατα αλυχτούν, έρχονται.
Η Ανδρομέδα η κανιβαλική πλησιάζει.
Ο δορυφόρος του φεγγαριού σείεται, τρεμοσβήνει.

Το τρένο της ερήμου πλησιάζει στο σταθμό.
Κάπου θα υπάρχει μια όαση ελπίδας.
Ίσως στο διαμαντένιο στεφάνι του ήλιου.

Σελίδα 95η

Η ζεστή άμμο στις ερήμους τ’ ουρανού,
απ’ το λιοπύρι του μεσημεριού,
διαπερνά τις σκιές των βράχων.
Μυθεύματα οι πλανητικές οάσεις.

Η θάλασσα του απείρου γεμάτη υπολανθάνουσες υπάρξεις.
Όντα γεννιούνται και χάνονται στο κενό που κοχλάζει.

Σελίδα 128η

Το άρμα των ανέμων πλησιάζει.
Υπάρχει μια θέση άδεια δίπλα στο παράθυρο.
Η Ανδρομέδα είναι πολύ κοντά, πεινασμένη φαίνεται.
Ο δορυφόρος του φεγγαριού χάνεται.

Επί τέλους νυχτώνει.
Ταξίδι στο άγνωστο.

Σ’ ευχαριστώ Άναρχε μου.


 
ΥΓ
Μικρή βοήθεια

Δυο από τις δέκα επτά περιπτώσεις.
Αγόρι, βιάστηκε στα δέκα του χρόνια (ή μήπως η μεγάλη πέτρα στις παρθένες ρίζες;) Ζωή, αξεπέραστο μαρτύριο, τώρα στα τριάντα πέντε του χρόνια, επιζητά το τέλος, το διαισθάνεται και ευχαριστεί το θεό…

Δεν γνώρισε γονείς. Ορφανοτροφείο, αξεπέραστη εμπειρία. (Ζοφώδεις ερημιά. Τύμβοι συλημένων ονείρων.)