Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Αποσπερίτης...






Αποσπερίτης…   

Ο νυχτερινός ουρανός μου χαμογέλασε πάλι, το ίδιο χαμόγελο,
το αθώο, έτσι τουλάχιστον το θωρώ ταξιδεύοντας.

Ήταν άνοιξη, οι ανθισμένες κερασιές, γοητευμένες κι’ εκείνες
από τα μεταξένια φιλιά, ψιθύριζαν λόγια αγάπης, λόγια απ’ τη
δική τους φόρμιγγα, το θρόισμα των φύλλων τους.
           
Χαράματα. Ο διάφανος μπούσουλας, ακούραστος, κατευθύνει
τη σκέψη μου στον αυγερινό.
Κι’ άλλες φορές, κοντά στα ξημερώματα τον πλησίασα και τα
λέγαμε, μέχρι που το σκοτάδι να χάσει τη μαυρίλα του, τη ζωή κουτσομπολεύαμε δηλαδή.
Καλά, ήταν και πολύ τζαναμπέτης, κρυφοκοίταζε πάντα,
ήξερε ακόμα και τα ερωτικά μου ψιθυρίσματα.
Μια αχώριστη παρέα. Με τα καλαμπούρια μας, τις τσικουδιές
μας, τα κυνήγια μας ανάμεσα απ’ τ’ άστρα. Όμορφα χρόνια.

Θυμάμαι τις φωνές του για την απαράδεχτη, ενέργεια μου,
το μεγάλο μου λάθος, το μη αναστρέψιμο.
Τους πόνεσα τους κέρασα τον μέλανα ζωμό και είχε να το λέει.
Γιατί;

Κι’ απόψε ύστερα από καιρό, ανάμεσα από τ’ άστρα την
λαμπεράδα του αναζητώ. Ξεχαστήκαμε, οι καταιγίδες του
χρόνου δεν έχουν τελειωμό.
Δε με ξέρεις;
Έχεις δίκιο, ο αποσπερίτης είσαι.
Ο αυγερινός ήταν μια φορά κι’ έναν καιρό.
Τώρα;

Τώρα που έμαθα να αγαπώ
και στης ζωής το όνειρο ισορροπώ,
τώρα που ξέρω τ’ άστρα να διαβάζω,
τον έρωτα μπορώ να μεταφράζω,
τώρα που έχω το χρυσό κλειδί,
που το ποθούσα από παιδί.

Τώρα μου λένε άλλαξε ο καιρός
κι’ είναι για μένα βροχερός.
Είσαι μου λένε παρελθόν,
δεν έχεις λόγω στο παρόν,
δεν έχεις γνώμη μη μιλάς,
είσαι στα πόδια μας μπελάς.

Σου φτάνουν λένε οι αναμνήσεις,
στα όνειρα σου να μετρήσεις.
Και το παράπονο με παίρνει,
φυσάει αέρας κι’ η ζωή,
φυλλορροεί και γέρνει.

Yiannis H.