Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

Μια μπίλια, μιας εποχής…





Μια μπίλια, μιας εποχής…

Ο ήλιος του μεσημεριού την πέτρα έσκιζε.
Κάτω απ’ τη σκιάδα της μουριάς, το εργαστήρι για τις
πήλινες μπίλιες.
Ποτέ, του ολόγιομου φεγγαριού δεν έμοιασαν.
Κι’ έσπασαν στα παιχνίδια όλες.

Και πέρασαν τα χρόνια.

Μόνο μια ξέμεινε στο βάθος της τσέπης, του κοντού
παντελονιού μου.
Είπα να την κρατήσω μα την ξέχασα και λυπήθηκα.  
Οι γυάλινες μπίλιες, με τα περίεργα χρώματα, την προσπέρασαν.
Κι’ έμεινε κάπου εκεί στο χώμα το «μπλάβο» κόκκινη από τη φωτιά
της «παραστιάς» που ψήθηκε για να αντέξει στο ανοιξιάτικο παιχνίδι.
Μα δεν πρόλαβε, χάθηκε.

Και πέρασαν τα χρόνια.

Άγνωστοι περαστικοί το χώμα έσκαψαν γύρω της,
παιδικές μαργαρίτες να φυτέψουν, μα χάθηκαν, δεν υπάρχουν.
Ποτέ δεν έμαθα, αν το χρώμα που την έβαψα με τα όνειρα μου,
είναι ακόμα πανωφόρι επάνω της.
Βράχνιασαν και οι βοριάδες μανιασμένα να ξεφυσούν
μπας και τη βρουν.
Λαχάνιασαν κι’ οι καταιγίδες μπας και την πνίξουν.

Και πέρασαν τα χρόνια

Που να’ ναι τώρα, οι αναμνήσεις έγιναν σύννεφα σκόνης.
Στον αραμπά του χρόνου δεν υπάρχουν πλέον κενές θέσεις.
Όμως θα την ήθελα στα χέρια μου, να τη χαϊδέψω.
Κι’ αν το χρώμα της για πάντα έχει χαθεί, ας γίνει δάκρυ, μελάνι.
Τα καλύτερα ποιήματα, στο πέπλο των αναμνήσεων γράφονται.

Yiannis H.

18/5/2013