Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Βιάσου...



Βιάσου…

Βιάσου οδοιπόρε της βροχής και των ανέμων,
η πλημμυρίδα σβήνει χνάρια και σημάδια,
για τη δική σου την Ιθάκη της φωτιάς και των πολέμων,
ρίξε τα κάστρα και στου τώρα τα σκοτάδια.

Ζάλα αλίμενα στου χρόνου το προσκυνητάρι,
αναπολήματα εξαίσια μιας κάποιας συνδιαλλαγής,
σε κέρναγε η ζωή με το παλιό το κατοστάρι,
στα μεσοπέλαγα των ηδονών μιας ροδαυγής. 

Τώρα στο λιόγερμα το άπλερο που σε σκεπάζει,
αποζητάς να συνταιριάσεις τα κομμάτια μιας ζωφόρου,
σ’ ένα φινάλε που με μένος και γινάτι ανταριάζει,
για τ’ ανεξήγητο ρυτίδωμα του χρόνου και του χώρου. 

Χαμένος στ’ άγνωστο περίσσιος συμφυρμός,
στη σκιά του άναρχου ποθείς να ξαποστάσεις,
ασύλληπτος της απεραντοσύνης λογισμός,
συμπαντικός αθέατος γκρεμός πώς να περάσεις.

Βιάσου οδοιπόρε έχει η μέρα αποκάμει,
τα δέντρα ορθόκορμα πεθαίνουν είχες πει,
σ’ ένα παρθένο όνειρο, στερνό σεργιάνι,
ένα σου δάκρυ πριν στο χώμα να χαθεί.