Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

Κι' όμως μπορείς...




(Αφιερωμένο σε σένα, διώξε τα δάκρυα σου. Μπορείς)

Κι’ όμως μπορείς.
                          
Μου λες.
Τα όνειρα σου φλέγονται στης ψυχής το καμίνι.
Στην κατάρρευση της ανείπωτης υπομονής.
Ξέμπαρκα στα λιμάνια του πόνου, βολοδέρνουν στις σκοτεινές θάλασσες του μυαλού.

Κι’ όμως μπορείς.
Το γόρδιο δεσμό, να παλέψεις, να σπάσεις.
Κι’ αν τα χέρια σου με θέληση μπολιάσεις, φτερά θα γίνουν.        
Μέσα από τα μάτια του ουρανού, ψάξε στις οάσεις της ψυχής σου
να κουρνιάσεις.

Μου λες.
Πως χάνεσαι στη δίνη της μοναξιάς.
Το όνειρο αδιάβατο γιοφύρι, ψηλά και της ζωής το παραθύρι.
Ατσάλινη είναι λες η φυλακή  κι’ ο χρόνος πλησιάζει,
φυσάει αέρας κι’ η ζωή φυλλορροεί στ’ αγιάζει.

Κι’ όμως μπορείς.
Το αλγεινό το τρένο των ανέμων να σκορπίσεις.
Κάνε μια στάση, ίσως σε περιμένει μια Αργώ,
τ’ αλίμενο εγώ σου να ορμίσεις.

Μου λες.
Την μνήμη την αλλοιώσιμή σου αναδεύεις,
μέσα από συμπλέγματα αλλόκοτα παράνοιας, να βρεις το δρόμο,
τον γεμάτο με άμετρες ξόβεργες, παγίδες.
Ξέπνοες και οι όποιες σου ελπίδες.

Κι’ όμως μπορείς.
Με υπεράνθρωπη προσπάθεια. Ίσως.
Όμως μπορείς.
Να βάλλεις σε τάξη την αταξία που προκαλεί το αναστάτωμα του
αισθητού με τον υπεραισθητό κόσμο.
Να καταδυθείς στα βάθη της ψυχής σου.
Να γνωρίσεις, να ερωτευτείς το άγνωστο, γνωστό σου πολικό αστέρι.

Μου λες.
Τα ουρλιαχτά των ανέμων σε φοβίζουν.
Μελαγχολείς και ορρωδείς να κοιμηθείς και προσπαθείς,
σ’ ένα σταυρό να κρατηθείς.
Πονάς. Ξέχασες ν’ αγαπάς.
Το φαράγγι της αβύσσου περνάς.
Και ακροβατείς στα όρια της ύπαρξης σου.

Κι’ όμως μπορείς.
Γίνε ο κυνηγός της απούσας για σένα αληθινής ζωής.
Να γκρεμίσεις τα τείχη αυτής της ηθικής φυλακής,
βάζοντας στον παγωμένο κόσμο σου, τη μεγάλη φωτιά,
την αγάπη.

Μπορείς!!!   

(Απάντηση στο γράμμα ενός φίλου)