Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Ένα φιλί για σένα...

Καλά Χριστούγεννα, ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος 2011 με υγεία και πολύ υπομονή…

'' Ένα φιλί για σένα...''

Το αφιερώνω σε σας που μια στάση κάνετε εδώ στη γειτονιά μου, με αγάπη.


Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

Κλεψύδρα...



Κλεψύδρα…

Ο χρόνος τρέχει στην κλεψύδρα της ζωής
κι’ εσύ οδοιπόρε στης οδύσσειας σου το χάρτη,
χαράζεις ρότα για το δρόμο της φυγής,
απ’ το δικό του το ανάλγητο, γιγάντιο γινάτι.

Μην περιμένεις να σου πει ώρα καλή,
το άναστρο σαν έρθει μεσονύχτι,
κόψε ένα ρόδο απ’ του Απρίλη την αυλή,
να ξεγελάσεις της παγίδας του το δίχτυ.

Είσαι ένας ξένος της γραμμής λαθρεπιβάτης,
στον άχρονο του τρένου το σταθμό,
ένας περίεργος, απόκληρος διαβάτης,
δεν το μπορείς ν’ αλλάξεις του παρόντος το ρυθμό.

Μην περιμένεις το εξπρές δεν επιστρέφει,
δεν το πιστεύεις πως σε γέλασε ο καιρός,
ψέματα λες πως ένα όνειρο σου γνέφει,
άνθρακας είναι στο φινάλε ο θησαυρός.

Ο χρόνος τρέχει στην κλεψύδρα της ζωής
κι’ εσύ απορείς πως έχει κιόλας σκοτεινιάσει,
σκέψεις παρήγορες, μα ποιάς απαντοχής,
το πεπρωμένο ποιος μπορεί να προσπεράσει!

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

Δεν το μπορείς...



Δεν το μπορείς…

Δεν το μπορείς χαρά μου να με νιώσεις,
είμαι’ ένα ρεύμα που αλλάζει συνεχώς,
ζήτημα είμαι θα χαθείς στις εξισώσεις,
άπαιχτο έργο που θα γράφει προσεχώς.

Είμαι ένα μήλο εκλιπόντος παραδείσου,
βάτος καιόμενη, ο μέλανας ζωμός,
ακροβατώ στο χείλος μιας αβύσσου,
είμαι’ ένα είδωλο, αρχέγονος χρησμός.

Είμαι μια αίρεση, άλυτο αίνιγμα, θολό,
δούρειος δρόλαπας μοιραίας αυταπάτης,
για το φευγάτο ονειρόδραμα μελαγχολώ,
μιας νύχτας είμαι ομορφιά μου υπνοβάτης.

Δεν το μπορείς ψυχή μου να φωλιάσεις,
σ’ οξειδωμένα όνειρα και άναρχα φιλιά,
σ’ ένα φινάλε μιας αγάπης δε θα φτάσεις,
στης εκκλησιάς τα λευκοφόρετα σκαλιά.

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

Πατρίδα...



 Πατρίδα...

Με το ανέσπερο το φως της η Ελλάδα,
στου κόσμου τη θολούρα οδοιπορεί,
μέσα απ’ το ψέμα χωρίς φώτα με μια δάδα,
τις Θερμοπύλες, το εικοσιένα αναπολεί.

Για τα παιδιά της που θωρεί ν’ αργοπεθαίνουν,
στην αδικία πως μπορεί ν’ αντισταθεί,
θεριά το νάμα δίχως οίκτο που της κλέβουν,
πώς να’ ναι θεέ μου ψέματα κάνε να ονειρευτεί.

Προσκυνητάρια που τα σβήσαν οι χειμώνες,
που να’ ναι ο ίσκιος σου άναρχε ν’ αρθεί,
χαλάσματα βουβά κι’ οι Παρθενώνες,
κι’ ούτε ν’ απάγκιο απ’ το βοριά να κρατηθεί.

Αλλοιώσιμο απ’ τον πόνο το δάκρυ της κυλάει,
της ιστορίας φυλλορροούν αναμνήσεις παλιές,
το άδειο ποτήρι με πόνο στα χέρια της σπάει,
με αίμα το χώμα ποτίζει, με λίγες που μείναν σταλιές.

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

Τι κρίμα...



Τι κρίμα...

Σ’ ένα ματζόρε που δε φτάσαμε λυπάμαι,
τι κρίμα τ’ όνειρο μας να χαθεί,
από το χέρι το κρατούσαμε θυμάμαι,
με τα μινόρε μιας αυγής για να ντυθεί.

Πως το μπορέσαμε και κάναμε ληστεία,
σ’ ένα παιχνίδι που το παίζουν και παιδιά,
τι κρίμα που χωρίσαμε γι’ αστεία,
κι’ έγιναν κάκτοι της ελπίδας τα κλαδιά.

Σ’ ένα φινάλε που δε φτάσαμε λυπάμαι,
τι κρίμα που δε νιώσαμε το πρώτο μας φιλί,
ποιό λάθος κάναμε στο άγνωστο και πάμε,
μια μέθοδο αγάπη μου δε λύσαμε απλή. 

Πως το μπορέσαμε και σβήσαμε τον ήλιο,
στις ζωγραφιές μας μια μουτζούρα να φανεί,
όλους τους μήνες πως τους κάναμε Απρίλιο,
μι’ αγάπη μάτια μου για πάντα να χαθεί.

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Είναι μια φάρσα η ζωή...



Είναι μια φάρσα η ζωή…

Είναι μια φάρσα μάτια μου η ζωή,
ένας βοριάς μιας χίμαιρας το χάδι,
ένα ξενύχτι ένα άγουρο πρωί,
ένα απρόσμενο θλιμμένο βράδυ.

Γκρίζα τα σύννεφα κι’ απόψε ομορφιά μου,
έργο ασπρόμαυρο ανάκουστο θολό,
πλάκα μου κάνουν και τα άδεια όνειρα μου,
ξεστράτισαν οι ρίμες μου μελαγχολώ.

Ξάγρυπνες νύχτες συντροφιά με εφιάλτες,
με ερινύες αγκαλιά οδοιπορώ,
είδωλα σκοτεινά ματιές φευγάτες,
στο άγνωστο χαρά μου ορρωδώ.

Είναι μια φάρσα η ζωή ψυχή μου,
ένας χορός που λένε μπαλ μασκέ
και το λευκό το σύννεφο απ’ τη ζωή μου,
έμεινε όνειρο οξειδωμένο αντικέ. 

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Βιάσου...



Βιάσου…

Βιάσου οδοιπόρε της βροχής και των ανέμων,
η πλημμυρίδα σβήνει χνάρια και σημάδια,
για τη δική σου την Ιθάκη της φωτιάς και των πολέμων,
ρίξε τα κάστρα και στου τώρα τα σκοτάδια.

Ζάλα αλίμενα στου χρόνου το προσκυνητάρι,
αναπολήματα εξαίσια μιας κάποιας συνδιαλλαγής,
σε κέρναγε η ζωή με το παλιό το κατοστάρι,
στα μεσοπέλαγα των ηδονών μιας ροδαυγής. 

Τώρα στο λιόγερμα το άπλερο που σε σκεπάζει,
αποζητάς να συνταιριάσεις τα κομμάτια μιας ζωφόρου,
σ’ ένα φινάλε που με μένος και γινάτι ανταριάζει,
για τ’ ανεξήγητο ρυτίδωμα του χρόνου και του χώρου. 

Χαμένος στ’ άγνωστο περίσσιος συμφυρμός,
στη σκιά του άναρχου ποθείς να ξαποστάσεις,
ασύλληπτος της απεραντοσύνης λογισμός,
συμπαντικός αθέατος γκρεμός πώς να περάσεις.

Βιάσου οδοιπόρε έχει η μέρα αποκάμει,
τα δέντρα ορθόκορμα πεθαίνουν είχες πει,
σ’ ένα παρθένο όνειρο, στερνό σεργιάνι,
ένα σου δάκρυ πριν στο χώμα να χαθεί.