Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

Μίλα μου...



Μίλα μου.

Μίλα μου μάτια μου κι’ αυτό το βράδυ,
ψιθύρισε μου πως ακόμα μ’ αγαπάς,
ημέρεψε κι’ απόψε το σκοτάδι,
τα νεφελώματα μου πως σκορπάς.

Μείνε για λίγο την ανάσα σου να νιώσω,
τα παιχνιδίσματα του χθες ν’ αφουγκραστώ,
τα αλπικά παγόβουνα του σήμερα να λιώσω,
στο χάδι των ματιών σου να λουστώ.

Έναν αιθέρα ενός κόσμου διαπλέω, 
κι’ είναι φθινόπωρο αλλιώτικο, αλγεινό,
στ’ αποκαΐδια μου αιθάλη αναπνέω,
και είσαι όνειρο ψυχή μου αλαργινό.

Φεγγάρι μου ολόγιομο νανούρισε το φως μου,
μες στη θολούρα των καιρών τις συννεφιές,
μι’ αχτίδα απ’ το χαμόγελο σου δως μου,
μείνε κι’ απόψε που ‘χω μάτια μου ακεφιές.

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Της τύχης τα γραμμένα...




Της τύχης τα γραμμένα…

Μες στης ζωής τα ομιχλώδη ταξιδέματα,  
στο σύμφυρμα το μπαλ μασκέ που ζούμε,
για της ζαριάς τα μάτια, στα ονειρέματα,
εξάρες να ’ρθουν μια φορά όλοι ποθούμε.

Χιμαιροκυνηγήματα, μα η ελπίδα δεν πεθαίνει,
γυρίζει ο ήλιος μα ας παίξω λίγο ακόμα λες,
το χαρτζιλίκι το στερνό που μ’ απομένει,
μα στο φινάλε, πάλι ντόρτια και διπλές.

Τα μαύρα μάτια τους που όλοι ερωτευτήκαμε,
κι’ αγγίξαμε κάποια στιγμή, την αύρα τους που λένε,
κι’ αν τσιμπιτά τις ρίξαμε και τάματα αφήσαμε,
μοιράζει πάντα η ζωή αυτές δεν φταίνε.   

Μα κι’ αν η τύχη μια μοιραία απρόσμενη στιγμή,
με δόξα μάλαμα και νέκταρ σε κεράσει,    
θα ’ρθει ο χρόνος να σε κλέψει, να σου πει,
τέλειωσες έχεις χάσει.

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Κι' όμως μπορείς...




(Αφιερωμένο σε σένα, διώξε τα δάκρυα σου. Μπορείς)

Κι’ όμως μπορείς.
                          
Μου λες.
Τα όνειρα σου φλέγονται στης ψυχής το καμίνι.
Στην κατάρρευση της ανείπωτης υπομονής.
Ξέμπαρκα στα λιμάνια του πόνου, βολοδέρνουν στις σκοτεινές θάλασσες του μυαλού.

Κι’ όμως μπορείς.
Το γόρδιο δεσμό, να παλέψεις, να σπάσεις.
Κι’ αν τα χέρια σου με θέληση μπολιάσεις, φτερά θα γίνουν.        
Μέσα από τα μάτια του ουρανού, ψάξε στις οάσεις της ψυχής σου
να κουρνιάσεις.

Μου λες.
Πως χάνεσαι στη δίνη της μοναξιάς.
Το όνειρο αδιάβατο γιοφύρι, ψηλά και της ζωής το παραθύρι.
Ατσάλινη είναι λες η φυλακή  κι’ ο χρόνος πλησιάζει,
φυσάει αέρας κι’ η ζωή φυλλορροεί στ’ αγιάζει.

Κι’ όμως μπορείς.
Το αλγεινό το τρένο των ανέμων να σκορπίσεις.
Κάνε μια στάση, ίσως σε περιμένει μια Αργώ,
τ’ αλίμενο εγώ σου να ορμίσεις.

Μου λες.
Την μνήμη την αλλοιώσιμή σου αναδεύεις,
μέσα από συμπλέγματα αλλόκοτα παράνοιας, να βρεις το δρόμο,
τον γεμάτο με άμετρες ξόβεργες, παγίδες.
Ξέπνοες και οι όποιες σου ελπίδες.

Κι’ όμως μπορείς.
Με υπεράνθρωπη προσπάθεια. Ίσως.
Όμως μπορείς.
Να βάλλεις σε τάξη την αταξία που προκαλεί το αναστάτωμα του
αισθητού με τον υπεραισθητό κόσμο.
Να καταδυθείς στα βάθη της ψυχής σου.
Να γνωρίσεις, να ερωτευτείς το άγνωστο, γνωστό σου πολικό αστέρι.

Μου λες.
Τα ουρλιαχτά των ανέμων σε φοβίζουν.
Μελαγχολείς και ορρωδείς να κοιμηθείς και προσπαθείς,
σ’ ένα σταυρό να κρατηθείς.
Πονάς. Ξέχασες ν’ αγαπάς.
Το φαράγγι της αβύσσου περνάς.
Και ακροβατείς στα όρια της ύπαρξης σου.

Κι’ όμως μπορείς.
Γίνε ο κυνηγός της απούσας για σένα αληθινής ζωής.
Να γκρεμίσεις τα τείχη αυτής της ηθικής φυλακής,
βάζοντας στον παγωμένο κόσμο σου, τη μεγάλη φωτιά,
την αγάπη.

Μπορείς!!!   

(Απάντηση στο γράμμα ενός φίλου)

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

Μάτια του χθες...




 Μάτια του χτες.

Σαν κοιτάζω τα μάτια τα μπλάβα του χθες,
τα μεγάλα μιας θάλασσας κύματα,
μοιάζουν της νύχτας παρθένες σκιές,
που μου στέλνουν αγάπης μηνύματα.

Λευκά εντελβάις, της ψυχής αραξοβόλια,
στης ζωής τα λιμάνια αιθέριες μορφές,  
αγέρωχοι φάροι στου χρόνου τα βόλια,
τα μινόρε των γλάρων, αναμνήσεις θολές.

Και είναι τα ίδια, των ονείρων στολίδια,
που στο βαλς και του τώρα μεθούνε καρδιές,
πιο γλυκά σε καινούργια παιχνίδια.
οι ριπές τους ανάβουν ακόμα φωτιές.  

Κι’ αν περάσαν χειμώνες εκείνα υπάρχουν,
στις βεγγέρες του τώρα στενές επαφές,
άγονη γραμμή τα καράβια δε θα’ ρθουν,
μα εγώ’ χω για φάρο, τα μάτια του χτες.

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

Οκτώβρης...



Οκτώβρης.

Λυσσομανάει του Οκτώβρη η καταιγίδα
κι’ είναι απόβραδο και γκρίζα σιωπή,
ξεσπά του σύννεφου η οργή σε πλημμυρίδα
κι’ είμαι παρείσακτος με άβατο τη διαφυγή.

Χαλάσματα, ναυάγιο η παλιά ταβέρνα,
τα κίτρινα φεγγάρια πληγωμένη ζωγραφιά,
στ’ αζήτητα το ντέφι κι’ η γλυκιά λατέρνα,
στη σύγχρονη σοφίτα κρύο, συννεφιά.

Μύθοι αρχέγονοι και μνήμες ρεφενέ,
τις ιστορίες μου γουλιά, γουλιά που πίνω,
στον κάλπικο του σήμερα τον καφενέ,
τα παιχνιδίσματα του χθες επιμηκύνω.

Σε ξαναβρίσκω στα χαμένα μας τα δειλινά,
σε άλλες χρονικές, μοιραίες παραστάσεις,
έχει ένα G κάθε εποχή, παιχνίδια εωθινά,
καιρός για άλλες της ζωής επαναστάσεις.

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Ελπίδα...




Ελπίδα…

Πεθαίνει η ελπίδα τελευταία έχουν πει,
μα εγώ φοβάμαι τον τυφώνα που επελαύνει,
κι’ αν λέω πάλι το μολών λαβέ, πως ν’ ακουστεί,
δίχως φωνή, χωρίς τα άρματα και άχρωμο μελάνι.

Στον άγριο δρόλαπα με χαίνουσα πληγή,     
με πότισαν αφιόνι να ξεχάσω την πλατεία,
για το χαμόγελο μου ύπουλη συνδιαλλαγή,               
της προδοσίας το φιλί, επαίσχυντα χαλκεία.

Στα ακρογιάλια των ονείρων μου μέγας καημός,
θλιμμένο δειλινό, μέρα μοιραία, αποφράδα,
άχρωμοι ήλιοι, απροσπέλαστος ο λογισμός,
ανέντιμο παιχνίδι δίχως λύχνο χωρίς δάδα.

Γλυκιά μου αγάπη που σε λένε ελπίδα,
αδήριτη στα όνειρα μου μείνε ασπίδα,
αφού πεθαίνεις όπως λένε τελευταία,
μαζί σου εγώ, για τα φιλιά σου εδώ παρόν,
στα θερινά τα σινεμά, ν’ ανοίξει πάλι η αυλαία.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Πέρα από τα όρια...




Πέρα από τα όρια...

Οδηγώντας τη σκέψη μου,
πέρα από τα όρια του ορίζοντα,
στο κέντρο ενός άλλου πνεύματος, μιας άλλης σκέψης.
Περιπλέω την αύρα της, αντλώντας φως, αρώματα,
ήχους, χρώματα, ρυθμό, αρμονία, ρομαντισμό, ιδέες.
Μορφές του έρωτα.

Οδοιπορώντας μέσα στη χρυσή σπίθα
από το άδυτο φως της,
το απροσπέλαστο, το υπέρ ουράνιο.
Περνώντας μέσα στη φαντασία,
στη γοητεία του παράδοξου,
μέσα στα λουλούδια του ονείρου, στα ουράνια τόξα,
στο θέλγητρο των πεπρωμένων.
Βυθίζομαι, στο δικό της άπειρο διάστημα, το γεμάτο εικόνες. 

Διαπλέω την απεραντοσύνη ενός αιθέρα,
τις καταιγίδες μέθης από τις γεύσεις των ονείρων της.
Αναζητώ στον άγνωστο κόσμο μου,
στη σκιά των αστεριών, την ύπαρξης της,
το θησαυρό των συναισθημάτων της.

Ακούω τώρα τη μελωδία των ουράνιων τόξων της.
Γεύομαι το νάμα από το δάκρυ τ’ ουρανού της.
Αισθάνομαι το χάδι της ζωής.
Στα όρια του ορίζοντα, την ηδονή της μοναδικής ώρας.