Σάββατο, 11 Ιουλίου 2009

Διαλεκτική.


Διαλεκτική.

Ενύπνιο υπέροχο, χωρίς αρχή και τέλος.
Ευτυχία ανείπωτη, ανομολόγητη.
Χρυσή σπίθα από το φως της φύσης.
Πολύχρωμες φλεγόμενες εικόνες.
Ήλιος θάλασσα και σάρκα.
Κι’ ο χρόνος; Άγνωστος.
Ένας κομήτης, ένας μύθος.

Κι’ όμως, μυθικά κλειδοκύμβαλα
σκουριασμένα από τα οργισμένα νεφελώματά του.
Μελωδίες ακατόρθωτες,
σ’ έναν κόσμο μικρό, ωχρό, ισόπεδο.
Χημεία χωρίς αξία.
Άβυσσοι, βάραθρα φωτιάς.
Λάμψεις θνητές,
συναντιούνται στους άχρωμους ουρανούς.

Συνήχηση με της ζωής το συνθεσάιζερ
σε μια κραιπάλη όλων των αισθήσεων,
μέσα στις παρθένες σκιές των φεγγαριών,
στα σύδεντρα των μεθυσμένων αστεριών,
στον ουρανό μιας ερωτικής θύελλας.
Εκπληκτική, ατελεύτητη αγάπη στην ιέρεια
μιας ανώτερης πραγματικότητας.

Κι’ όμως, ατείχιστη, άγονη,
ξεθυμασμένων αρωμάτων όαση.
Η σκιά μου ριγεί στις αφηνιασμένες ομίχλες τ’ ουρανού.
Στις άλικες λάμψεις της καταιγίδας.
Στη φοβερή τρικυμισμένη σιωπή μου.
Σύμπαν δίχως εικόνες.
Ουτοπικά όνειρα στις χλωμές φεγγαρίσιες φιγούρες.

Εγώ μιλούσα στη ζωή,
μέσα στο αργοξύπνημα ενός ανάλαφρου αγέρα.
Σαν μάγος, σαν άγγελος, σ’ ένα ουράνιο τόξο
που αγκάλιαζε τη γη, που έλιωνε τους πάγους,
που καταδυόταν στους ωκεανούς,
που στριφογυρνούσε αέναα στο άπειρο του χρόνου.

Κι’ όμως, μάτια ξεριζωμένα από τα γεμάτα καρφιά
δάκρυα των αναμνήσεων.
Ερινύες καινούργιες, δίκες στημένες.
Βουλεβάρτο με λασπονέρια απροσπέλαστο.
Φυλλώματα καμένα
από μια άγνωστη άλικη φωτιά.

Νεανικός δυϊσμός.
Δρώμενα σε μια σκηνή χωρίς σύνορα,
με εκτυφλωτικά τα φώτα της ράμπας.
Σκιρτήματα αδάμαστα σ’ ένα τρένο δίχως στάσεις.
Ταξίδι άχρονο.

Κι’ όμως, ψεύτικο όραμα,
χνάρι ενός απολιθώματος.
Όνειρα φτωχά, ανάπηρα, από την έκρηξη
των ουράνιων σταθμών.
Το σαββατιάτικο φιλί,
ξεκομμένα σκοτεινά ιερογλυφικά
μιας άγνωστης γης.