Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

Σε ξαναντάμωσα.


Σε ξαναντάμωσα.

Σε ξαναντάμωσα,
με χαίνουσες πληγές απ’ τα μεγάλα σου τα λάθη,
έκπτωτη στο αχνόφεγγο οράματος απατηλού,
είχες ξωκείλει απ’ τα πολλά, τ’ αέναα σου πάθη,
ακροβατώντας κάποιο σύθαμπο γι’ αλλού.

Η πελαγίσια σου ματιά τρικυμισμένη,
λεηλατημένη απ’ τα κουρσέματα των ξωτικών,
σε βράχια αχαρτογράφητα ναυαγισμένη,
εύκολη λεία ύπουλων αρπαχτικών.

Σκιές τα χνάρια σου στο πέρασμα του χρόνου,
απολιθώματα μιας άλλης ξεχασμένης εποχής,
φθαρτές μπαταρισμένες αγκαλιές του πόνου,
ερωτευμένες θύμησες στερνής απαντοχής.

Στη πλημμυρίδα έχεις τώρα την ελπίδα
ν’ ανασηκώσει το σκαρί απ’ το γιαλό
μήπως και φτάσει στα συντρίμμια κάποια αχτίδα
να αναπλάσει μια εικόνα, λαξεμένη σε πυλό.

Πως να χωρέσω μάτια μου, σε μια αδέσποτη συγνώμη.
Με συλημένα όνειρα ψυχρών συμβιβασμών,
σ’ ένα ολόγραμμα αρχέγονο που τό `λεγαν Σαλώμη,
σε μια καινούργια, ξέφρενη τροχιά αφορισμών.